Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ-ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ

                                                        ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Αύγουστος μήνας ήτανε που πήγα εις την Πόλη
τον πόθον είχα στην καρκιάν, οπού τον έχουν όλοι.
Έτσι το αποφάσισα σαν ήμουν Σαλονίκη
στην πόλη που εσπούδασα τζιαι έμενα με νοίκι.
Στην νύμφην του θερμαϊκού παρέμεινα δκυό νύχτες
που ’χει τον πύργο τον Λευκό, τους μάγκες, τους ξενύχτες.
                            Τρεις άλλες νύχτες έμεινα τζιαι γύριζα στην Πόλη
μαζί μου γύριζαν πολλοί, τζιαι ντόπιοι τζιαι... Μογγόλοι.
Ελληνικές οι ομορφκιές  στις στράτες που περνούσα
μεθυστικά αρώματα  εμένα με κερνούσαν.
Εξεναγήθηκα παντού, σ’ ελληνικά μνημεία
τζιαι συγκινήθηκα πολύ, εγ’ όπου τζι’ αν επήα.
Του Κόλπου του Κεράτιου, έβλεπα τα καράβια,
η πίκρα μου ξεχείλιζε τζιαι η καρκιά μου άδεια.
Της Πόλης μας το παρελθόν, μα τζιαι της Προποντίδας,
βυζαντινά αρώματα, ελληνικής φροντίδας.
Ταξίδεψα στον Βόσπορο τζιαι στα Πριγκιποννήσια,
μα πίεσα τον εαυτόν να μεν κάμω τεμπίσια.
Εις την μονή των Βλαχερνών τζιαι στην Αγιά Σοφία
ξεχύλησε το δάκρυ μου, παρηγοριά καμία.
Το βράδυ αναστενάζασιν οι δρόμοι τζιαι οι μώλοι,
τζιαι στην οδό του Πέρα μας, βολτάρανε ροκόλοι.
Τους έβλεπα πως τρώγανε τους σίταρους, τα μύδια
στην περαντζάδαν τα ’τρωγαν, εκάνανε τα ίδια.
Τζιαι κάστανα εν που ’ψηναν τον Αύγουστο τον μήνα
τζιαι στις ταβέρνες έτρωγες τζιαι σου ’φευκεν η πείνα.
Γλυκά εν που ’χεν άφθονα τζιαι νόστιμα τζι’ ωραία,
μα τζιαι ψητά, μαειρευτά, να τρως με την παρέα.
Μπορεί να μένεις έκθαμπος, για όλ’ αυτά που  βλέπεις,
μα μέσα σου ξέρεις καλά πως λιώνεις τζιαι πως ρέπεις.
Μ’ ανάμειχτα αισθήματα γυρίζεις στην πατρίδα
θαμπώθηκα μα τον Θεόν μ’ όλα μ’ αυτά που είδα.