Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

ΔΙΣΤΙΧΑ...ΤΟΥ facebook, No 5

Σημ. Τα δίστιχα είναι οι απαντήσεις/τα σχόλια μου 
σε αναρτήσεις φίλων στο facebook

Μεγάλε Λιούμπα μ' έκανες, να πέφτω, να ξυπνάω
 τζιαι μέσα που το internet τηλέφωνα κτυπάω.
 Ψάχνω να βρω τ' αχνάρια μου, τα πρώτα βήματά μου,
 που θα με φέρουν "αύριο" κοντά εις τα "παιδκιά" μου.

Η Ελευθερία, Σήφη μου, επιάσε την ουσία,
 για ένα like συ ζητάς που με περιουσία.
 Αρνητικά τζιαι θετικά ο Στέλιος μας εβρήκε
 αλλά τζιαι η Χριστίνα μας χουαρταλλού εβκήκε.
 Δείτε τζιαι την Δανέζη μας πόσον αποθαυμάστην
 τζιαι να 'σαστε ουλλοί καλά, θα 'φκαριστώ τον Πλάστην.

Άλλοι έχουν τις ομορφκιές, το σφριγηλό το σώμα
τζι’ αν εννοείς εμάς τους δκυό αντέχουμε ακόμα.

 Το μήλο σαν πέσει απ' την μηλιά, μηλιά κι' αυτό θα γίνει,
 γι 'αυτό και το Λιουμπάκι σου εγίνηκε σιαχίνι.
 σιαχίνι[shahini] :κιρκινέζι (αρπαχτικό πουλί)

Λευτέρη, τι σ' απασχολεί και δεν είπες κουβέντα;
Στο μήνυμα μου σώπασες• χαλάλι, βγες και γλέντα."

Ξαδέλφη και βαφτισιμιό, φίλο και δεν πηγαίνω,
 γι' αυτό μην με παρεξηγείς, μονάχος μου θα μένω.

Η κοπελιά με τα λευκά θα ήταν η αιτία,
 που κάθετουν απέναντι,
γι' αυτό της δίνω έναντι, της φώτο τα βραβεία.

Να 'μουν μες το ποτήρι της νερό, για να την ξεδιψάσω
 τζι' όπως το βλέπω σίγουρα, τον νου μου πάει να χάσω.
Μαζί της να αγνάντευα το όμορφο τοπίο
τζιαι μ' αγκαλιές ως το πρωί να είμασταν τζι' οι δύο.

Σ' ευ-Χαρης-τώ από καρκιάς για την ανάρτησή σου
 τζι' όλα του κόσμου τα καλά να σ' εύρουν στη ζωή σου.
 Αφού εσού θυμήθηκες την θλιβερήν ημέρα,
 με τέτοιους Έλληνες θαρρώ οι Τούρκοι πάνε πέρα.

Ήθελα, φίλε μου καλέ, να 'ξερα που τα βρίσκεις,
 τούν' τα ωραία τα μωρά...σαν τα θωρείς μεινήσκεις.
 Τούτες τις μέρες που ‘λειψα, κάτι μου έχεις πάθει
 τζιαι βάζεις όμορφα μωρά, στιχάκια δίχως λάθη.
Δροσιά είναι του Αύγουστου, ανάσα στο λιοπύρι,
συνέχισ’ το τροπάρι σου, κανείς δεν θα σε δείρει.

Ευ-Χαρης-τώ να σαι καλά εσού τζιαι τα παιδκιά σου,
 τες φώτο σας τες είδα 'γιώ, τα είχες στην...ποδκιά σου.

Να ΄ξερες τι χαρά εσού, μου 'δωσες τζιειν τες μέρες,
 σαν να 'βαλλα μα τον θεόν ακόμα σιήλιες βέρες.

Είντα να γίνεις ρυμουλκό, πιάσε αεροπλάνο,
να πας να βρεις τους κρητικούς, τζι' ας ξέρω ‘γιω τι χάνω.

 Ξέρω τι χάνω σίουρα, δεν θέλω να μου πείτε
 σαν θυμηθείτε τζιαι εμάς εις την υγειά μας πιείτε.
 Καλά να τα περάσετε εις την μαμάν πατρίδα,
την Μόρφου να προβάλετε, ως ξέρω τζιαι σας είδα.

Τα χρόνια επεράσασιν τζιαι τα μαλλιά ασπρίσαν,
 κάποτε ήμουνα ο νιος,
της Μόρφου ο λεβεντονιός (!!!), τζι΄οι ομορφκιές μ' αφήσαν.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ –ΔΙΣΤΙΧΑ Ή ΔΥΣΤΥΧΑ, ΝΟ 18


Να πάεις φίλε στο καλόν τζιαι να καλοπεράσεις
τζι’ όσα συμβαίνουν στο νησί ούλλα να τα ξιάσεις.

Δώκε παμόν τζιαι δεν μπορώ άλλο, για να χορεύκω
τζιαιν να με κάμεις ν’ ανεβώ, πας σε κανέναν πεύκο.

Σε έχασα, σαν έφυγες τζιαι πήγες μακρυά μου,
όμως θα μείνεις πάντοτε για πάντα στην καρκιά μου.

Το μόνον που ‘ πα ‘γιώ τζιαμέ «να σου τηλεφωνήσει»
τζιαι ‘πολοήθην τζι’ είπε μου «στα όρη να τζιυλίσει».

Επέρασα που το Hotel, να πάω στο Café μου
τζιαι γύρισα την τζιεφαλή μπας τζιαι σας δω, θεέ μου.

Χαμήλωσε τζιειν τα βουνά του Τρόοδους μας, θεέ μου,
να παίρνω που την δύναμην των Χανιωτών, καλέ μου.

Την οικονομική κρίσην η Κρήτη την ηξέρει,
μα κρίση στα αισθήματα, κανείς τους δεν θα φέρει.

Ευ-Χαρης-τώ, μηνύματα είπα να μεν πληρώσω
τζιαι τα λεφτά π’ αξίζουσιν στους άπορους να δώσω.

Ούτε μιαν ώραν δεν θέλεις εσού να θυσιάσεις,
σαν φύγει Στέλλα οριστικά, ούτε θα πλησιάσεις.
Με άγνωστους μου είπανε να μεν κάμνω παρέα,
εσένα δεν θα σ’ αρνηθώ, είσαι πολύ ωραία.

Έξοδο θέλω τζιαι ποθώ να βκω έξω μαζί σου
τζιαι αν εσύ μου αρνηθείς, θέλω να δω το δει σου.

Μόνοι σας τρώτε, πίνετε τζιαι μόνοι σας γλεντάτε
τζιαι τους παλιούς καθηγητές, ούτε που τους ρωτάτε.

Είσαι μια κούκλα όμορφη, όλο δροσιά τζιαι χάρη.
Εσού είσαι υπάλληλος στολίδι τζιαι καμάρι.

Εις τες Καλύβες συ να ‘ρτεις, τον θκειόν σαν πεθυμήσεις.
Είναι καλόν, φτηνόν τζιαι ήσυχον, δεν θα κακοκαρδίσεις.

Εσύ που είσαι άρχοντας, στις Σέρρες δραγουμάνος,
που θα βρεθούμε σήμερα,
προτού να καταλήξουμε, οπού ‘ναι ο Μητροπάνος.

Φίλοι καλοί να ξέρετε πως τα περνώ ωραία,
Καβάλα τζιαι Χαλκιδική τζιαι με καλή παρέα.

Ψαράκια και κρεατικά, με πλούσια τα πρωινά, θα ζω μες την κραιπάλη,
τζι’ όποτε τύχει, φίλοι μου, το ξανακάνω πάλι.

Οι Σέρρες πια με καρτερούν, μα τζι’ η Θες/νίκη,
εκεί που σπούδασα παλιά τζιαι έμενα με νοίκι.

Θεσσαλονίκη βρίσκομαι, στην πόλη τζιαι γυρίζω,
τ’ απόγευμα θα βρίσκομαι στην πόλη που γνωρίζω.