Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΗ ΓΙΑ ΕΥΧΕΣ


Ευ-Χαρης-τώ σας φίλοι μου, για τα καλά σας λόγια,
αξίζουσιν χίλιες φορές τους πίνακες του Γκόγια*.
Ευ-χαρης-τώ για τες ευτζιές που στείλατε σε μένα,
για όσα επεράσαμε σε χρόνια περασμένα.
Τα πιο σπουδαία στη ζωή, αγάπη τζιαι φιλία,
αυτά εβρήκα στη ζωή αλλά τζιαι στα θρανία.
Στους φίλους μου στο Facebook , σ’ αυτούς που ‘ναι αππέξω,
ευτζιές θα βάζω κάμποσες, απόθεν τζι’ αν ε-ρέξω.
Ευ-Χαρης-τήθηκα πολύ με τα μηνύματά σας,
με τες ευτζιές σας τις απλές τζιαι τα τσιαττίσματά σας.
Ευ-Χαρης-τώ τζι’ όλους αυτούς, που μόνο τα δκιαβάζαν,
τζιαι μέσα που τες σκέψεις τους ευτζιές τζι’ αυτοί μου βάζαν.
Θα ‘ταν καλόν για όλους μας ν’ απάντουν στον καθέναν,
ξεχωριστά να έγραφα, πιάνοντας έναν – έναν.
Αλλά εσείς είστε πολλοί τζιαι ‘γιωνι (=εγώ) μόνον ένας,
άσε που βγήκα σύνταξη τζιαι πέταξα τας πέννας.
Να πω ότι ε-Χάρη-κα που ‘γίνα εξηντάρης,
ψέμα θα ήταν πράγματι, θα ‘θέλα τριαντάρης.
Αχ να ‘μουνα εγιώ μιτσής(=μικρός), αχ να ‘ μουν κοπελλούι,
τα χρόνια μου να κόβονταν στην μέση με τσιακκούι (=μικρό μαχαίρι).
Δεν την χορταίνω τη ζωή, τ’ αρνητικά τα σβήνω,
μπορεί τζιαι να μην τα θωρώ τζιαι να τα καταπίνω.
Χαρές εν πο’ σιει η ζωή, χαρές τζιαι τ’ όνομά μου
τζι’ όλοι εσείς οι φίλοι μου που είσαστε κοντά μου.
Δεχτείτε το τραούδι μου ως δείγμα ευγνωμοσύνης,
ως δείγμα ευ-Χαρής-τησης αλλά τζιαι καλοσύνης.

*.Ο Φρανθίσκο Γκόγια (1746 - 1828) υπήρξε ζωγράφος της βασιλικής αυλής
 της Ισπανίας και θεωρείται ο σπουδαιότερος Ισπανός καλλιτέχνης,

από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου 

Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

ΔΙΣΤΙΧΑ...του facebook, No 10

Σημ. Τα πιο κάτω αποτελούν σχόλια μου σε αναρτήσεις φίλων στο facebook


Επήες τζιαι εχάθηκες στα πλοία τζιαι γυρίζεις
τζιαι τους παλιούς συμμαθητές, ούτε αναγνωρίζεις.

Είσαι μεγάλος Θοδωρή, σπουδαίο παλληκάρι.
Φαντάζομαι οι φίλοι σου, θα σ’ έχουν για καμάρι.

Αλίμονο, ρε Θοδωρή, να μεν σ' είχα καμάρι,
αφού εις την ομάδα μας εσού ‘σαι το δεκάρι.

Να είναι τέτοιο το κλουβί, που εν να τηνε κλείσεις,
ανάρκα ναν τα σίδερα τζιαι τρύπες να αφήσεις,
για να ‘ρκουμαι, όταν πεινώ, την πείνα μου να σβήνω
τζιαι τον σεβντά μου πάνω της εγιώ να της αφήνω.

Καμαρωτή τζι’ ομορφονιά που κάτω στην καμάρα,
ελπίζω να τους έβαλες έστω τζιαι μια κατάρα,
σ’ αυτούς που τα σκλαβώσανε τζι’ αλλάζαν μας την μοίρα
τζι’ αφήσαν τζιαι την Κύπρο μας ορφανεμένη χήρα.

Για τα καλά που μου ’γραψες είτε ‘καμες μου like,
για να σε φτάσω πρέπει ‘γιω, να αγοράσω Nike.

Τι να σου φκάλει ο φτωχός, αφού φαϊ δεν τρώει
τζιαι τα σκ@τ@ του λιγοστά σε όλο του το σόι.
Οι πλούσιοι κερδισιμιοί εν να μοσχοπουλούσιν
τζι’ οι έμποροι τους κώλους τους αυτών εν να φιλούσιν.

Κουκλάρες είναι τζιαι οι δκυο, με ομορφκιά τζιαι χάρη,
γι’ αυτό ρε φίλε, Θοδωρή, τες έσιεις για καμάρι.
Τζιαι τζιειν τες τιτσιρόκ@λες που μας τες αναρτούσες
πάζα δεν πιάνει ούτε μιά, κοντά τζι’ αν βάλεις καθεμιά
 στες κόρες τες θεούσες (η λέξη όχι με τη χριστιανική σημασία).

Κράτα γερά, ρε Θοδωρή τζιαι μεν τα βάζεις κάτω.
Το ότι είσαι στη ζωή, έστω τζιαι εις τον πάτο,
αξίζει, λέω, να την ζεις, πριν πάμε  παρακάτω
 τζιαι πίστεψε εφτά ζωές πως έσιεις σαν τον γάτο.

Ήθελα να ‘μουνα πουλί, να πέταγα στην Κρήτη
για να βρεθώ εις τα Χανιά, πουν σαν δικό μου σπίτι,
για να βρω φίλους καρδιακούς, σύντεκνους τζιαι αδέλφια,
να πιούμε τσίπουρο, ρακί, ν’ ανάψουνε τα κέφια.

Αυτή δεν είν’ υποδοχή, μα ιεροτελεστία,
τζιαι δείχνετε  σε όλους μας την κρητική εστία.
Συ-Χαρη-τήρια παιδιά, μικροί μα τζιαι μεγάλοι,
δοξάζετε τον τόπο σας σαν άλλοτε τζιαι πάλι.

Άντε μας συγκινήσατε, βρε Σήφη μου τζιαι φέτος.
Στην Κύπρο εν να καρτερώ, να ‘ρτεις το νέο έτος.
Καλή η παρουσίαση που έκανες να ξέρεις,
με λίγα λόγια στη σειρά• δεν ήσουνα παρπέρης.
Καρέ καρέ μας έμπασες σε όσα τελεστήκαν,
τζιαι μια γεύση γλυκόπικρη, στο τέλος μας αφήκαν.
Το ξέρω είναι δύσκολη του χωρισμού η ώρα,
η Κύπρος τζιαι η Κρήτη μας ας ήτουν μία χώρα.

Ήθελα να ‘μουν το κρασί, για να τηνε μεθύσω
τζιαι των σιειλιών της την δροσιά εγιώ να την κερδίσω.

Νικήτα μου, τι να κάμω, άλλος εν π’ οδηγούσε (η Μαρία)
τζιαι στο χωρκό (Ποταμός του Κάμπου) ολόισια, να φτάσει εποθούσε.


Έχει Αγίους κάμποσους τζιαι τον Χριστό κοντά της.
Φίλε, μεν αξαμώνεσαι να πας εσού μιτά της.

Ξέρεις ή το φαντάζεσαι, τι ακριβώς θα θέλει;
Μπορεί να δόθει στον Χριστό, μάρτυρες οι Αγγέλοι.

Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

ΒΑΡΚΕΛΩΝΗ 2014


Όμορφη πόλη, καθαρή, πανέμορφη κουκλάρα,
που ακουμπά στη θάλασσα κι από σπουδαία φάρα.
Είναι μουσείο ζωντανό, όπου κυκλοφορήσεις,
μ’ αγάλματα, μ’ ανάγλυφα• δε θες να προχωρήσεις.
Διατηρεί τα κτίρια των περασμένων αιώνων,
τα πλούσια, τ’ αρχοντικά, τα σπίτια των προγόνων.
Πολλά χρωστούν στον Γκαουντί (Gaudi), στα έργα που ‘χει κάνει,
μα και στην φαντασία του, που ο νους σου δεν το βάνει.
Πόλη μέσα στο πράσινο, με δέντρα και με πάρκα,
ψυχή και σώμα ανάλαφρα μετά από μια τσάρκα.
Άφθονη κίνηση θα βρεις στη Ράμπλας (Ramblas) σαν βαδίσεις,
πρωί και βράδυ η ζωή, σε προκαλεί να ζήσεις.
Με θάλασσα στο κέντρο της, που ‘ναι γεμάτη κόσμο,
που κολυμπάνε στα νερά, μυρίζουν σαν τον δυόσμο.
Για την καθαριότητα θα ‘χω πολλά να λέω.
Σαν σκέφτομαι τον τόπον μου...δεν έχει μέλλον πλέον.
Με τόσα στίφη τουριστών και ντόπιων άλλων τόσων
χαρτάκι κάτω δε θα δεις• μπράβο πολλά θα δώσω.
Κι ακόμα περισσότερα για την κυκλοφορία,
μπράβο και εις τους οδηγούς και στην αστυνομία.
Σέβονται όλους τους πεζούς και νόμιμα παρκάρουν,
δε θα περάσουν κόκκινο ούτ’ άσκοπα κορνάρουν.
Μ’ ανθρώπους χαμογελαστούς, πρόσχαρους και ωραίους
θα σε κερδίσουν στη στιγμή, μετά περίσσιου δέους.
Ό,τι ζητήσεις κι ό,τι θες, θα σ’ εξυπηρετήσουν,
καμία ανασφάλεια, ευτύς θα βοηθήσουν.
Η αγορά της πλούσια με ό,τι επιθυμήσεις,
προσέχεις λίγο τις τιμές, σαν πας, για να ψωνίσεις.
Μικρά, μεγάλα μαχαζιά, πολλά θα βρεις στο κέντρο
και σαν ολίγον κουραστείς, δροσιά θα βρεις σε δέντρο.
Παέλα (Paella), τάπας (tapas), σαν θα πας, σίγουρα θα ζητήσεις,
θα δοκιμάσεις και θα φας και θα το συζητήσεις.
Μεζέδες έχουμε κι εμείς, πολλούς που ξεχωρίζουν,
τα τοπικά τους φαγητά, εμένα δεν κερδίζουν.
Όπως δεν με κερδίσανε και οι τιμές που έχουν
σε χώρους της αναψυχής κι ό,τι άλλο παρέχουν.
 Μουσεία, πάρκα και ναοί, πανάκριβοι είσοδοι,
αυξάνονται κατά πολύ οι κρατικοί πρόσοδοι.
Έχουν διπλάσιες τιμές, πιο πάνω απ’ τις δικές μας
 στα προ Χριστού μνημεία μας, στις αρχαιότητες μας.
Όμως στο τέλος θα χαρείς, σπίτι σου σαν γυρίσεις,
με όσα είδες κι έζησες και θα τα νοσταλγήσεις.
                                      Χάρης Σιαπουτής