Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

ΔΙΣΤΙΧΑ...του facebook, No 11

ΔΙΣΤΙΧΑ...του facebook, No 11
(Σημ.Είναι σχόλια σε αναρτήσεις φίλων στο facebook) 

Όταν σε βλέπω,Τάσο μου, θυμίζεις μου τα χρόνια,
πριν τα μαλλιά ασπρίσουνε τζιαι γίνουν σαν τα χιόνια.

Μην μεγαλώσεις, φίλε μου, να μείνεις όπως είσαι,
να μην μεγαλώνω τζιαι εγιώ• τον χρόνο πιάσε, δείσε.

Σαν του τζιερκού το Άγιο Φως να λάμπει η ζωή σας,
χωρίς σκοτάδια μόνο φως ως στην στερνή πνοή σας.

Μπες μέσα στ' αεροπλάνο, συ για να παρευρεθείς
 με τους παλιούς σου γείτονες, αν θέλεις, για να βρεθείς.

Πού πήες τζιαι εχάθηκες τζιαι like πια δεν κάμνεις;
Γι' αλλού αλόπως κίνησες, γι' αλλού αλόπως λάμνεις.
Μπαίνω μες στη σελίδα σου τζιαι τίποτα δε βλέπω,
μα 'ντα που γίνηκε, Λενιώ, πες μου τζιαι με να γλέπω.

Τζιαι ο καθένας από μας τι ρόλο, φίλε, παίζει;
 Εν μοναχή της η ζωή όποιους που μας εμπαίζει;

Πηαίνω εις το Κούριο, εγιώ τζιαι κολυμπάω,
στο Costa μάλλον δύσκολα εγιώ θα ξαναπάω.

Έφυες τζιαι εχάθηκες τζι' έχουμεν ορφανέψει,
 στο Costa όποιος τζιαι να μπει εσέν' εννά γυρέψει.

Στην Σαλονίκην μεν έρτεις τούτο το καλοκαίρι
πολλά κουνούπια δάγκωσαν εμένα τζιαι την Μαίρη.

Πολλές αγάπες γνώρισα, μα σαν αυτήν καμία,
που αν την επουλούσατε, θα ’σπάζαν τα ταμεία.

Απάντα στα μηνύματα που στέλλουσιν οι φίλοι,
γιατί εννά πουζιάσουμεν, θα πάθουμεν τζιαι κοίλη.

Τα χρόνια επεράσασιν τζιαι τα μαλλιά ασπρίσαν
τζι' η Τρόικα σαν πλάκωσε, να μείνω δεν μ' αφήσαν.
Είπα να φύγω πιο νωρίς, να φάω τζιαι 'γιώνι λλία,
γι 'αυτό δεν θα με ξαναδούν εμένα τα σχολεία.

Πράγματι σας εφάνηκεν η αναζωογόνησή σας,
 αν το 'ξερα θα 'ρχόμουνα, θα 'μουν τζιαι 'γιώ μαζί σας.

Πολλά καλά που τα λαλείς τζιαι συμφωνώ τζι' εγιώνι
 τζιαι να γεμώσουν τα στενά που πάππο ως αγγόνι.

Ξέρω τι χάνω σίουρα δεν θέλω να μου πείτε,
 του χρόνου, αν είμαστε καλά, μαζί σας θα με δείτε.

Εζήλεψα, μα τον θεόν, με τούν' την εκδρομή σας,
 τους τόπους που επήετε, την κάθε εκδήλωσή σας.

Αν θέλουμεν, πιστεύκουμεν  όρομαν πως εθώρες.
 Εν την φωτογραφία της που θώρες με τες ώρες.
Τζιαι με την φαντασία σου την έστηνες ομπρός σου,
τούτο τ' ασπρόσιονο μωρό, αν έσιεις τον θεό σου.

Σήμερα έτυχε να δω την αφιέρωσή σου
και σε ευ-Χαρης-τώ πολύ τζιαι για τη δήλωσή σου.

Πες μας τι κάνεις, πώς περνάς, η ζήλια να μας φάει,
πού βρίσκεσαι και πού γυρνάς, για μέρη που ‘χεις πάει.

Αν σ' έβλεπε ο Θοδωρής, ποίημα θα σου τσιαττήσει,
 μετά που σένα ξέρε το, που λόγια θα παττίσει.

Ευ-Χαρης-τώ σε Λάτεια για τα πολλά τα like,
μα να σε φτάσω δεν μπορώ, ούτε τζι’ αν βάλω Nike.

Α, Θοδωρή, προσπέρασες το όμορφο χωρκό σου
 τζιαι τσιαττιστό δεν έκαμες, αν έχεις τον Θεό σου.
 Άφησ’ τες τιτσιρόκολές, τα όμορφα κοράσια 
τζιαι ύμνησε τουν’ το χωρκό, τα φρούτα τζιαι τ’ αθάσια.

Όπως σε βλέπω, Θόδωρε, εν να μας ι-μπερτέψεις
 τζιαι σε καμία φυλακή σίουρα θα μας πέψεις.
Πόσον να βλέπει ο άνθρωπος τούτο το τιτσιρκό σου,
σαν θα επιτεθεί καμιάς, το φταίξιμο δικό σου.

Είσαι μεγάλος, Θοδωρή, με έσιεις συγκινήσει,
πάω να ππέσω τζιαι εγιώ πριν η γυνή ξυπνήσει.

Προτίμησες τριγύρω σου μιτσόττερες να έσιεις
αντί συμμαθητές παλιούς που πίσω τους να τρέσιεις.
 Έλαμπες μες στες κορααιές σαν το μαργαριτάρι,
 τι λάμψην εν να έπαιρνες που μεν τον ποιητάρη.

Ειν' η ζωή αληθινή, με ομορφκιές γεμάτη,
φτάνει εσύ να τες θωρείς με τ' ανοιχτό σου μάτι.

Μα πού είσαι, εχάθηκες; Αλόπως ζωγραφίζεις,
τες ώρες σου στο φέισπουκ, δεν θες να χαραμίζεις.

Γειά σου, μεγάλε Θοδωρή, είσαι πολλά λεβέντης.
Εσού είσαι της ζεμπεκκιάς μοναδικός αφέντης.
Είδες που τα κατάφερες, ούλλους να τους σορέψεις,
με μια γυμνήν τζιαι βυζαρούν, ούλλους να τους βολέψεις.
Το σεξ πουλάει, Θοδωρή, σ’ ούλλες τες ηλικίες
τζιαι άφησε τους σοβαρούς, που λεν εν μαλακίες.