Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

ΔΙΣΤΙΧΑ...του facebook, No 7

Σημ. Τα πιο κάτω αποτελούν σχόλια μου σε αναρτήσεις φίλων στο facebook,

Σε θυμάμαι στο σχολείο άριστη μαθητριούλα
εξεχώριζες στο τμήμα, τα ‘ξερες ίσως ούλλα.
Με κάθε ευ-Χαρης-τηση σε ξανασυναντάω,
στου facebook τα σχόλια εγιώ θα απαντάω.

Αφού εν δικό σου Γιούλη τότε θα κάνω πίσω,
τζι’ όσα τζι’ αν έχω τσιαττιστά, εγιώ εν να τα σχίσω.

Έσιεις ταλέντον άφθονον, Γιούλη να συνεχίσεις
τζι' όπως το βλέπω σίουρα σε λλίον θα με σχίσεις.

Εγιώ θα μείνω όξυπνος, εθ θέλω ‘γιω να ππέσω,
τ’ αποψινά κομμάθκια μου στον ύπνον δεν θα λέσω.
Σαν τον φρουρόν θα κάτσω ‘γιώ, εγιώ τζι’ οι αναμνήσεις,
μέχρι να έρτει το πρωί μέχρι εσού ξυπνήσεις.

Τζιαι μας, γιατί μας ξέχασες, ρε φίλε μου, ρε Γιάννη;
Την ζιβανίαν που ‘χουμε, ο νους σου δεν την βάνει.
Οι Πόντιοι τζι’ οι Κρητικοί, μαζί τζιαι οι Κυπραίοι,
ό,τι τζι’ αν πιούνε, φίλε μου, εν πάντοτε ωραίοι.

Τέτοια γυναίκα σαν θα βρεις, στείλε να μου την φέρουν,
μαζί με μια σίκλα νερό για να με συνεφέρουν.

Απ' την Ελλάδα γύρισες τζι' οι φίλοι περιμένουν,
στο Costa να ‘ρτεις να σε δουν, ως πότε θ’ αναμένουν.

Καλώς να πας, καλώς να 'ρθεις, την Κύπρο μεν ξηάσεις
 τζιαι μείνεις μας καλόηρος, στο Όρος για να αγιάσεις.

Άμα ο σπόρος εν καλός, καλή εν η σοδειά σου
γι' αυτό κουκλάρες βγήκανε τα δύο τα παιδιά σου.

Μιτσιά να κάμνεις όνειρα, για να τα προλαβαίνεις,
στην σύντομη τούτη ζωή, για να τα πετυχαίνεις.

Είχαν τζιαι έχουν ομορφκιές οι σκλαβωμένοι τόποι,
μα εδκιωχτήκαν μακρυά οι ντόπιοι οι ανθρώποι.

          Τρεις νέοι, τρεις φίλοι, τρία παιδκιά βρεθήκανε στο Costa,
Μορφίτες τζιαι συμμαθητές, πρόσφυγες σ΄ άλλα πόστα.

Ποιος είν’ αυτός που κάθεται δίπλα μας στο τραπέζι,
όποιος τον βρει Χαρή-ζω του χαρτζιή με πετιμέζι.

Θωρείτε τον πώς σας θωρεί, χαρκέται σας κοιτάζει
τζι’ αν ζει εις την Βιρτζίνια, στον νουν την Μόρφου βάζει.

Ύψωσες το ποτήρι σου, μαέστρο, για τους παρόντες,
 μα μην ξεχνάς όλους εμάς που είμαστε απόντες.

Μεν κάμνεις όπως το μωρόν, που θέλει να νικάει
τζιαι σκέψου το όμως συχνά πόσο τα παρατάει.

Όπως σου ξαναέγραψα, καλέ μου φίλε, Κώστα,
τα δόντια μου τα έσασα τζιαι τρώω γλυκά στο Costa.
Αν δεν έσιει οδοντίατρους τζιεικά στην Λευκωσία,
έλα δακά στην Λεμεσό, που έσιει τζιαι ουσία.


Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΓΛΥΚΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ...σε τσιαττιστό


Ποττέ μου δεν μαείρεψα, μόνον αυκά βραστά
τζι’ αν τύχει τζιαι καμιά φορά, μάτια τηανιτά.
Σεπτέμβρης μήνας ήτανε, στο Κούριο βρισκόμουν,
με φίλους εν που τα ‘πινα τζιαι τα ‘συρνα του ώμου.

«Καρπούζια έσιει φοβερά στον Άη Ερμογένη»,
λαλεί μου ο Γιώρκος ξαφνικά, «καρπούζι δεν τους μένει».
«Σταμάτα, πιάσε τζιαι χάνει όποιος τα αγοράσει,
φτανόπετσα, μα τζιαι γλυτζιά, μεινείσκουν όσοι φάσιν».

Λαλώ του Γιώρκου «ξέρω ‘γιω, πόθεν να αγοράζω
το καλοτζιαίρι, φίλε μου, δεν έπαθα ‘να κάζο».
Με έπεισε τζι’ αγόρασα τζιαι ‘γιώνι μια παττίχα,
μα τα μαλλιά μου ύστερα τραβούσα τρίχα τρίχα.

Κόβκω μιαν μοίρα καρπουζιού, πασ’ιόπετσα την βλέπω
τζιαι στάθηκα καλά καλά εγιώ να την εβλέπω.
«Τούτη παττίχα εν καλή», αμέσως συλλοϊστην,
«φύλλο δκυό πόντους παχουλό• πιάσ’ την αμέσως ξύστην».

Μέχρι να το καλοσκεφτώ, η ώρα πήγε δέκα,
μα πώς θα γίνει το γλυκό, δεν γνώριζε η γυναίκα.
Μπαίνω λοιπόν στο ίντερνετ, ψάχνω τες συνταγές του
δκιαλέω κάποιες που τες πολλές, που ‘ταν που τες καλές του.

Πρώτα το εκαθάρισα που μέσα τζιαι που έξω,
έτσι λαλεί το ίντερνετ, απ’ όθεν τζι’ αν ερέξω.
Ζυάζω το στην ζυγαριά, τριάμισι ήτουν στα κιλά,
ψάχνω να βρω την ζάχαρη, που ήταν στα ψηλά.


 Στο σπίτι βρίσκω μοναχά ένα κιλό γεμάτο
τζιαι στον μπακάλη το πρωί με βλέπετε τρεχάτο.
Ακόμα δκυόμισι κιλά πάω τζιαι αγοράζω
τζιαι βάλλω την μες στο νερό, αμέσως τζιαι την βράζω.

Πριν εννοείτε τα ‘βαλα τρεις ώρες σε λεμόνι,
ασβέστη σπίτι δεν είχα τζιαι ‘γιώ τα ‘καμα σιόνι.
Τα έβκαλα τζιαι τα ‘βραζα μέχρι να μαλακώσουν,
έτσι έλεε η συνταγή να μεν μείνουν να λιώσουν.


Να μεν σας τα πολλολοώ, έχω μεσανυχτίσει,
την άλλη μέρα το πρωί βράζω το, για να δείσει.
Βάζω βανίλια κάμποση, δκυό τρία μουσκοκάρφια,
ως τζιαι κανέλαν έβαλα, που είχαμεν στα ράφια.


Έκατσα τζιαι καρτέρουν το, κούκκουλλους για να κάμει,
μέχρι να δέσει το γλυκό, μυαλό δεν είχα δράμι.
Δκυό ώρες εκαρτέρουν το, φεύκω τζιαι το αφήνω,
σε λλίον λαλεί η γυναίκα μου, εγιώνι σου το σβήνω.


Στις δώδεκα θα το ‘σβηνε, στις δκυο ακόμα βράζει,
το δέσιμο του σιροπιού ακόμα μας κουράζει.
Δεν ξέραμεν οι άσχετοι πώς δένει το σιρόπι,
γλυκό δεν ξανακάναμεν, ως κάνουν οι αθρώποι.


Μετά που τηλεφώνημα, εκατεβάσαμε το
τζιαι να κρυώσει το γλυκό στο γκάζι αφήσαμε το.
Τζιαι σαν που κρύωσεν καλά, το ‘βάλαμε σε βάζα.
Αυτά που λέτε, φίλοι μου, πολλά πάθαμε κάζα.


Τζιαι για του λόγου τ’ αληθές, δες τες φωτογραφίες,
αν άντεξες ως δαχαμέ τζιαι ‘μείνες, δεν εφύες.
Για την υπομονή σου ‘γιώ γλυκό θα σε κεράσω
τζι’ άλλη ξανά εγιώ γλυκό• φίλε, θα λέω πάσο.



Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ σε ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ


Θέλεις να στείλεις ευχές ή να απαντήσεις σε ευχές που πήρες; Ιδού...

Μια και έχουμε μια σειρά από γιορτές αυτήν την περίοδο,

ενοποίησα και ξαναδημοσιιεύω τις ευχές  ή τις απαντήσεις μου σε ευχές 
που έστειλα κατά περιόδους σε φίλους και γνωστούς τα τελευταία χρόνια.

Σας "παραχωρώ" τα πνευματικά δικαιώματα ενώ επιτρέπονται και οι διαφοροποιήσεις

 και οι προσαρμογές στα δικά σας πρόσωπα και στη δική σας διάλεκτο.

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ

Χρόνια πολλά σου εύχομαι, να ζήσεις, να γεράσεις
τζιαι που το γέλιο, την χαράν, ποττέ σου να μεν πνάσεις.
                                            
Ανδρέα μου, να σιαίρεσαι απόψε την γιορτή σου
τζι’ ανάμεσα στους φίλους σου είμαι τζιαι ‘γιώ μαζί σου.

Με sms, με e-mail τρέχω, μπας τζιαι προλάβω,
έναν γιορτάρην φίλο μου χωρίς τον αστρολάβο.

Προσπαθώ τζιαι δεν ημπορώ τηλέφωνο να πάρω,
μέχρι να δώσω τες ευτζιές θα μάθω το τσιγάρο.

Μια και καθυστέρησα, για να σου απαντήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σέ θα τες χαρίσω.

Όσες ευτζιές μου στείλανε σε σας θα τις χαρίσω,
τζιαι να περνάτε πιο καλά, δεν θα διαφωνήσω.

Ανταποδίδω τες ευτζιές, έπρεπε να βουρήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σας θα τες χαρίσω.

Είχα τζιαι μιαν συνάδελφον που την ελέγαν Στέλλα.
Χρόνια πολλά της εύχομαι, ήταν καλή κοπέλλα.

Ξέρω τι χάνω σήμερα, δεν θέλω να μου πείτε.
Γλυκά,ωραία αλμυρά, θα φάτε τζιαι θα πιείτε.
Δεν ξέρω, αν σας ξαναδώ, σαν άλλοτε, σαν τότε.
Δεν έκλαψα που έφυγα, κλαίω γι’ αυτά που τρώτε.

Ξέρω τι χάνω σήμερα τζιαι τι καλά περνάτε
τζι’ αν τύχει τζιαι να μ’ έβρετε, άλλη φορά τζιερνάτε.

Να σιαίρεσαι πάρα πολλά σήμερα την γιορτήν σου
τζι’ όλου του κόσμου τα καλά ναν μέσα στην ζωήν σου.

Ήθελα φίλε μου πολύ να ‘ξερα ποιος σου γράφει,
έτσι πολλά καλές ευτζιές για σε να καταγράφει.
Να ΄στε καλά να σιαίρεστε εσείς τζιαι τα παιδκιά σας,
του κόσμου όλες οι χαρές τζι’ η τύχη να ‘ν’ μιτά σας.

Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι, να ζήσεις να γεράσεις,
τους φίλους σου εις το νησί ποττέ να μην ξιάσεις.

Μια τζιαι εκαθυστέρησα, για να σου απαντήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σέ θα τες χαρίσω,
γιατί ‘σαι συ της νομικής τζιαι ξέρεις τα τερτίπια,
για αγωγή, για φυλακή, σου λέω ‘γιώ δεν ήπια.

Ολημερίς σκεφτόμουνα μήνυμα να σου στείλω
τζιαι τώρα σ΄ αθθυμήθηκα σαν έτρωα το μήλο.   

Διπλές γιορτές, διπλές χαρές έσιετε ‘σεις στο σπίτι,
είθε να συνεχίζονται, να φτάνουν ως την Κρήτη.

Ευχαριστώ που με καλείς, για την γιορτή μου θα ΄ναι.
Να ‘σαι καλά τζιαι τα κακά στ’ ανάθεμα να πάνε.

Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι την χτεσινήν γιορτήν σου,
να ‘σαι γερή τζιαι δυνατή σε όλη την ζωήν σου.

Όση δροσιά ευρίσκεις τζιει τόση να ’σιει ζωή σου.
Παντοτινά να σιαίρεσαι σήμερα την γιορτήν σου.

Χαράλαμπο με βάφτισαν, Χαράκη με εγράψαν
τζιαι Χαμπου-Λίνος έγινα, Χάρη με εφωνάξαν
γι΄αυτό γιορτάζω αύριο τζιαι εν να σας κεράσω
με cyber-σχόλια εγιώ μαζί σας θα γιορτάσω.

Να ευχηθούμεν χωρκανή, εσού να τα χιλιάσεις
 ή στη μικρή  πατρίδα μας  σύντομα να κοπιάσεις;

Στον δρόμον με συνάντησες τζιαι έδωκες μπροστά μου
τζιαι δεν σου ’πα «χρόνια πολλά», αν έχω τον θεόν μου.

Ευχαριστώ παρά πολύ, γιορτάζουν τζιαι οι πρώην
τζι’ ας έφυες εσού νωρίς, το ξέρει τζι’ ο Σανγκόι.

Ολημερίς περίμενα τηλέφωνο να πάρεις,
γιατί το ξέρεις σήμερα πως είμαι ο γιορτάρης.

Εξέχασα πως γιόρταζες τζιαι πήα στες εκπτώσεις,
το τζιέρασμα που έχασα, εσού εθ θα γλυτώσεις.

Ολημερίς ολονυχτίς σε είχα στο μυαλόν μου,
που δεν σου ‘στειλα μήνυμα , αν έχω τον Θεόν μου.
Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι την χτεσινήν γιορτή σου
τζι’ η Παναγία τζι’ ο Χριστός να ’ναι τζι’ οι δκυό μαζί σου.

Έθελα μες στα σιέρκα μου ευτζιές σ’ιλιάδες να ‘χα,
να σου τες δώσω, Άννα μου τζι’ ας μείνω σαν τον χάχα.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σου εύχομαι, να ‘σαι καλά για πάντα
 τζιαι που το γέλιο, την χαρά να μεν έβρεις αμάντα.

Ευ-Χαρης-τώ να ‘στε καλά, εσείς που με θυμάστε
τζι’ εάν δεν έρτω στην γιορτήν, φίλοι μου πάντα θα’ στε.

Ευ-Χαρησ-τώ συμμαθητή, μοιάζεις του Αϊστάιν
τζια φώναξε τραγουδιστά,να 'ρθει η Έλλη Στάη
 για να το πει στα φανερά, απόψε στις ειδήσεις
 σ' όλο τον κόσμο ν' ακουστεί, πίσω μην την αφήσεις,
 να το φωνάξει καθαρά, ποιος είναι ο γιορτάρης
τζιαι σαν βρεθούμεν που κοντά, εγιώμεν ο τραττάρης*.
 (* κεραστής, από το τραττάρω)

Είτε ευχές μου έστειλες είτε 'καμες μου like,
ακόμα τζι' αν με δκιάβασες,
απλά με επροσπέρασες... φορώντας τζιειν τα Nike,
εύχομαι να περνάς καλά μες στο "στραβό" το έτος
τζιαι ν' αποκτήσεις πιο πολλά,
 η Τρόικα που μας κολλά, που τα 'φαγε εφέτος.

Ευ-Χαρης-τώ σε, φίλε μου, μου πολλά για τις ευτζιές σου
 τζι' όσες ευτζιές μου δώσανε τόσες ναν οι χαρές σου.

Να ζήσεις φίλε μου καλέ, να έσιεις την υγειά σου
τζι’ ούλλα τα πλούτη της ζωής να ’ρτούν τζιαμέ κοντά σου.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, Νικόλα μου,  σου εύχομαι να ζήσεις
τζι’ ότι ποθείς εις την ζωήν, να το υλοποιήσεις.
Να ξέρεις ό,τι σιαίρουμαι, που σ’ είχα μαθητή μου
τζιαι το αντιλαμβάνεσαι πως είναι τζιαι τιμή μου.
Είμαι απ’ αυτούς που σιαίρουνται, σαν βγάζουν μαθητάδες,
που ξεπερνούν τους δάσκαλους τζιαι δεν είναι λαπάδες.

Όλοι σας να ευτυχείτε, στη ζωή να ‘στε καλά,
χαιρετίσματα στον Κώστα, Χρόνια να ΄χετε Πολλά.

Του χρόνου να ΄σαι τυχερός, στου Μόρφου να γιορτάσεις,
να μαζευτούμε σπίτι σου τζι' ούλλους να μας τζιεράσεις.

Κάποιος γιορτάζει απ’ την παρέα
τζι’ όλοι λυπούνται που δε θα ‘ναι ‘κει,
τζι’ όλοι ρωτούν για ποιον Ανδρέα
τζιαι ‘μεις τους λέμε...ο τουμπεκί. 

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΗΣ ΚΟΝΤΡΑΣ, Νο 5


 Χάρης-Θεόδωρος
Α΄ 
Πολλά καλά εν που τα λες,
καθόλου δεν τα παραλές, μα ποιος εν που τ' ακούει.
 Ούλλοι τους θέλουσιν φωτιά,
τράβημα θέλουν τα αυτιά, μυαλό σαν το μωρούι.
                                                        (Χάρης)

Το τσιαττιστό σου, Χάρη μου, πολύ ωραίο, λαύβλι.
 Ε σ' απαντώ, βιάζομαι, πάω να παίξω ττάβλι.
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως εφοήθηκες, σηκώθηκες να φύγεις
 τζιαι πας για τάβλι τάχα μου, εμέ για ν' αποφύγεις.
                                                            (Χάρης) 
Β΄ 
Την ζιβανίαν, φίλε μου, εσού να την ξεχάσεις
τζιαι πιες κρασάκι τοπικό,
το κότσιηνο, το ερωτικό, για να καλοπεράσεις.
Κάμνει καλόν τζιαι στην καρκιά, δροσίζει σου τα σιείλη,
σαν το φιλί που σου διά,
καυτό ωσάν την τσικουδιά, μια ξενιτζιή, μια φίλη.
                                                            (Χάρης)

Τζιαι το κρασούι πίννω το, το κότσιηνο ιδίως,
μα στην ταβέρνα είδα σε, Χάρη μου, τζι’ ήσουν λλίος.
Χάρη, ομπρίττερα που μεν εσούνι θα μεθύσεις.
Σε ένδειξη εκτίμησης ε θα το συνεχίσω.

                                                     (Θεόδωρος)

Εν τζι' είμαι 'γιώνι ρόκολος, που πίνει τζιαι μεθάει,
που τριγυρνά στες γειτονιές τζι’ όλο παραπατάει.
Πίνω με μέτρο, φίλε μου, να μεν με πιει εκείνο,
τζι’ ούτε θέλω ποτό, τους έρωτες να σβήνω.
Το κέφι το ‘χω μέσα μου, από γεννησιμιού μου
τζιαι κοντρολάρω το ποτό τζιαι έχω τζιαι τον νου μου.
                                                            (Χάρης)

Να πίννω ‘γιώνι το κρασί τζιαι σου νερό της βρύσης,
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως θέλεις τον καβκά, γυρεύκεις φασαρίες,
γιατί με μεν που έμπλεξες, ανοίγεις ιστορίες.
Όι γιατί μ’ ανάρτησες πεντέξι ποιηματούδκια,
να σιέρεσαι τζιαι να ππηδάς ωσάν τα κοπελλούδκια.
Ώσπου να πιω εγιώ κρασί, να φτάσει στην τζιοιλιά μου,
στην τουαλέττα για να πας, ζητάς την άδειά μου.
Μαζί ζιβάνα να ‘πινα, να δούμε ποιος θ’ αντέξει,
να πίννουμεν ως το πρωίν, να δούμε ποιος θα ρέξει.                                                                                                                             (Χάρης)

Χάρη σταμάτα τες μαγκιές, λέω το για καλό σου
τζιαι με κάμνεις τον έξυπνο πάνω στο δάσκαλό σου.
                                                    (Θεόδωρος)

Είναι του δάσκαλου χαρά, σαν βγάζει μαθητάδες,
που είν’ ανώτεροι αυτού, γεμάτοι εξυπνάδες.
Να σιαίρεσαι, ρε Θοδωρή, που έγινα σπουδαίος,
που σε ξεπέρασα τζιαι σε, τον δάσκαλο βεβαίως.
Όμως μια τζι’ είσαι πιο παλιός, λαλώ να σε σεβαστώ,
άλλα δίστιχα δεν γράφω, τουν’ την κόντρα σταματώ.
Όμως μην το ερμηνεύσεις ότι έχω φοβηθεί,
ότι τάχα δεν ι γράφω, γιατί σ’ έχω βαρεθεί.
                                                   (Χάρης)

Έξυπνα αποφάσισες, Χάρη τζιαι κάμνεις πίσω.
                                                  (Θεόδωρος)

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

ΔΙΣΤΙΧΑ...ΤΟΥ facebook, No 6

Σημ. Τα δίστιχα είναι οι απαντήσεις/τα σχόλια μου 
σε αναρτήσεις φίλων στο facebook

Ρομαντικό το σκηνικό, που έβαλες, ρε Γιάννη.
 Με ποια να εβρισκόμουνα, ο νους σου δεν το βάνει.
 Πάνω στις μαξιλάρες της αν ξάπλωνα μαζί της,
 εγιώ τότε θα χόρταινα μονάχα απ' το φιλί της.
Ούτε κρασάκι θέλω εγιώ, μήτε τζιαι τσιπουράκι,
να με μεθύσει θα 'θελα με ένα της φιλάκι.

Αν ξύριζες το μούσι σου τζι' έβαφες τα μαλλιά σου,
 οι κοπελιές όπως τζιαι σου θα 'χάνες την λαλιά σου.

Μπορεί να είναι τζιαι αυτό, αγαπητέ μου Κούλλη,
να κόλλησεν η μνήμη μου τζιαι η ψυσιή μου ούλλη.
Μπορεί τζι’ απ’ το επάγγελμα, που άλλοτε ασκούσα,
για ισότητα των γυναικών στην τάξην εμιλούσα.
Κάθε γυνή, μου φαίνεται, τζιαι άλλοτε τζιαι τώρα
δεν χάνει την ταυτότητα τζι’ ας πήεν...σ’ άλλην χώρα.
Κανονικά την σήμερον τζιαι αγωγή κινά σου,
γιατί καρπώθηκες εσού τζιαι τα ‘κανες δικά σου,
της Μαριούς τα νιάτα της τζιαι το επώνυμό της
τζιαι Κουδουνά την έκανες• θέλεις τζιαι τον χαμό της;
Σε κάποιους χώρους άηστην να ‘σιει το όνομά της
τζιαι αν την έκανες γιαγιά, τιμά τζιαι τον παπά της.

Κρύψτε την κάπου, χώστε την τουν’ την φωτογραφία,
η Μέρκελ να μην την ιδεί, η ντόπια η μαφία.
Τζιαι κατεβαίνουν άξιππα τζι’ αρπάσσουν ό,τι εύρουν
τζιαι νέους φόρους τζιαι λεφτά που μας εννά γυρεύουν.

Τα χρόνια επεράσασιν τζιαι τα μαλλιά ασπρίσαν
τζι' η Τρόικα σαν πλάκωσε, να μείνω δεν μ' αφήσαν.
Είπα να φύγω πιο νωρίς, να φάω τζιαι 'γιώ λλία,
γι 'αυτό δεν θα με ξαναδούν εμένα τα σχολεία.

Έσσ'ισα τα τετράδια, επέταξα τες πέννες,
 βαθμολογίες μη ζητάς, άλλαξε τες κουβέντες.

Είναι χαρά του δάσκαλου να βγάζει μαθητάδες,
 που στα κοινά προσφέρουσιν τζιαι δεν είναι λαπάδες.

 Καλώς να πας, καλώς να 'ρθεις τζιαι να καλοπεράσεις,
φάε στα ταβερνάκια της τζιαι πιε μέχρι να "σπάσεις"

Έλα, Χρυστάλλα μου, μαζί να βάλουμε τα στήθη,
 φραγμός να γίνουμε τζι' οι δκυο στων έποικων τα ήθη.

Εν τζι' είμαι 'γιώνι ποιητής, ποτζιείνους που γυρνούσιν,
 τζι' οπού εσ'ιει κατακλυσμό πάνε τζιαι τραουδούσιν.

Λάμνε, Χρυστάλλα μου, να βρεις, δάσκαλο να σε μάθει,
 να βλέπεις πίσω απ' τις γραμμές τζιαι τα δικά σου λάθη.

 Αφού το βρίσκεις συ καλό, έλα να σ' εκπαιδεύσω
τζι’ ανώτερη μου σαν γενείς, θα βκω τζιαι θα χορέψω.

Μαζί σου να βρισκόμουνα, να ‘πίννα το φραπέ μου
πάνω στον Πύργο του ΟΤΕ, ρε...Θεσσαλονικέ μου.
Όι να κάθομαι εγιώ με φίλους εις το Costa,
που δεν καμνεί ελληνικόν• στείλ’ μου κανέν’ με πόστα.

 Ήθελα να ' μουνα κοντά, να έρτω να σ' ακούσω
 τζιαι σαν μεθύσω για καλά, τσίπουρο να σε λούσω.
 Απ' τις φωνές τις μαγικές των Λιούμπα-Λεωνίδου,
φάε τζιαι πιες ως το πρωί, χορού, ποτού μη φείδου.

Με το σπαθί σου που κρατάς, έλα να βοηθήσεις
 τζι' ελεύθερους στους τόπους μας ξανά να οδηγήσεις

Σ' ευ-Χαρης-τώ, Θεόδωρε, με έχεις συγκινήσει
τζιαι με την αφιέρωση πολλά μου ‘χεις θυμίσει.
Σπουδάσαμε, δουλέψαμε, ήταν ωραία χρόνια,
μας έκαμε του λιμανιού μα τζιαι για τα σαλόνια.


Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

ΔΙΣΤΙΧΑ...ΤΟΥ facebook, No 5

Σημ. Τα δίστιχα είναι οι απαντήσεις/τα σχόλια μου 
σε αναρτήσεις φίλων στο facebook

Μεγάλε Λιούμπα μ' έκανες, να πέφτω, να ξυπνάω
 τζιαι μέσα που το internet τηλέφωνα κτυπάω.
 Ψάχνω να βρω τ' αχνάρια μου, τα πρώτα βήματά μου,
 που θα με φέρουν "αύριο" κοντά εις τα "παιδκιά" μου.

Η Ελευθερία, Σήφη μου, επιάσε την ουσία,
 για ένα like συ ζητάς που με περιουσία.
 Αρνητικά τζιαι θετικά ο Στέλιος μας εβρήκε
 αλλά τζιαι η Χριστίνα μας χουαρταλλού εβκήκε.
 Δείτε τζιαι την Δανέζη μας πόσον αποθαυμάστην
 τζιαι να 'σαστε ουλλοί καλά, θα 'φκαριστώ τον Πλάστην.

Άλλοι έχουν τις ομορφκιές, το σφριγηλό το σώμα
τζι’ αν εννοείς εμάς τους δκυό αντέχουμε ακόμα.

 Το μήλο σαν πέσει απ' την μηλιά, μηλιά κι' αυτό θα γίνει,
 γι 'αυτό και το Λιουμπάκι σου εγίνηκε σιαχίνι.
 σιαχίνι[shahini] :κιρκινέζι (αρπαχτικό πουλί)

Λευτέρη, τι σ' απασχολεί και δεν είπες κουβέντα;
Στο μήνυμα μου σώπασες• χαλάλι, βγες και γλέντα."

Ξαδέλφη και βαφτισιμιό, φίλο και δεν πηγαίνω,
 γι' αυτό μην με παρεξηγείς, μονάχος μου θα μένω.

Η κοπελιά με τα λευκά θα ήταν η αιτία,
 που κάθετουν απέναντι,
γι' αυτό της δίνω έναντι, της φώτο τα βραβεία.

Να 'μουν μες το ποτήρι της νερό, για να την ξεδιψάσω
 τζι' όπως το βλέπω σίγουρα, τον νου μου πάει να χάσω.
Μαζί της να αγνάντευα το όμορφο τοπίο
τζιαι μ' αγκαλιές ως το πρωί να είμασταν τζι' οι δύο.

Σ' ευ-Χαρης-τώ από καρκιάς για την ανάρτησή σου
 τζι' όλα του κόσμου τα καλά να σ' εύρουν στη ζωή σου.
 Αφού εσού θυμήθηκες την θλιβερήν ημέρα,
 με τέτοιους Έλληνες θαρρώ οι Τούρκοι πάνε πέρα.

Ήθελα, φίλε μου καλέ, να 'ξερα που τα βρίσκεις,
 τούν' τα ωραία τα μωρά...σαν τα θωρείς μεινήσκεις.
 Τούτες τις μέρες που ‘λειψα, κάτι μου έχεις πάθει
 τζιαι βάζεις όμορφα μωρά, στιχάκια δίχως λάθη.
Δροσιά είναι του Αύγουστου, ανάσα στο λιοπύρι,
συνέχισ’ το τροπάρι σου, κανείς δεν θα σε δείρει.

Ευ-Χαρης-τώ να σαι καλά εσού τζιαι τα παιδκιά σου,
 τες φώτο σας τες είδα 'γιώ, τα είχες στην...ποδκιά σου.

Να ΄ξερες τι χαρά εσού, μου 'δωσες τζιειν τες μέρες,
 σαν να 'βαλλα μα τον θεόν ακόμα σιήλιες βέρες.

Είντα να γίνεις ρυμουλκό, πιάσε αεροπλάνο,
να πας να βρεις τους κρητικούς, τζι' ας ξέρω ‘γιω τι χάνω.

 Ξέρω τι χάνω σίουρα, δεν θέλω να μου πείτε
 σαν θυμηθείτε τζιαι εμάς εις την υγειά μας πιείτε.
 Καλά να τα περάσετε εις την μαμάν πατρίδα,
την Μόρφου να προβάλετε, ως ξέρω τζιαι σας είδα.

Τα χρόνια επεράσασιν τζιαι τα μαλλιά ασπρίσαν,
 κάποτε ήμουνα ο νιος,
της Μόρφου ο λεβεντονιός (!!!), τζι΄οι ομορφκιές μ' αφήσαν.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ –ΔΙΣΤΙΧΑ Ή ΔΥΣΤΥΧΑ, ΝΟ 18


Να πάεις φίλε στο καλόν τζιαι να καλοπεράσεις
τζι’ όσα συμβαίνουν στο νησί ούλλα να τα ξιάσεις.

Δώκε παμόν τζιαι δεν μπορώ άλλο, για να χορεύκω
τζιαιν να με κάμεις ν’ ανεβώ, πας σε κανέναν πεύκο.

Σε έχασα, σαν έφυγες τζιαι πήγες μακρυά μου,
όμως θα μείνεις πάντοτε για πάντα στην καρκιά μου.

Το μόνον που ‘ πα ‘γιώ τζιαμέ «να σου τηλεφωνήσει»
τζιαι ‘πολοήθην τζι’ είπε μου «στα όρη να τζιυλίσει».

Επέρασα που το Hotel, να πάω στο Café μου
τζιαι γύρισα την τζιεφαλή μπας τζιαι σας δω, θεέ μου.

Χαμήλωσε τζιειν τα βουνά του Τρόοδους μας, θεέ μου,
να παίρνω που την δύναμην των Χανιωτών, καλέ μου.

Την οικονομική κρίσην η Κρήτη την ηξέρει,
μα κρίση στα αισθήματα, κανείς τους δεν θα φέρει.

Ευ-Χαρης-τώ, μηνύματα είπα να μεν πληρώσω
τζιαι τα λεφτά π’ αξίζουσιν στους άπορους να δώσω.

Ούτε μιαν ώραν δεν θέλεις εσού να θυσιάσεις,
σαν φύγει Στέλλα οριστικά, ούτε θα πλησιάσεις.
Με άγνωστους μου είπανε να μεν κάμνω παρέα,
εσένα δεν θα σ’ αρνηθώ, είσαι πολύ ωραία.

Έξοδο θέλω τζιαι ποθώ να βκω έξω μαζί σου
τζιαι αν εσύ μου αρνηθείς, θέλω να δω το δει σου.

Μόνοι σας τρώτε, πίνετε τζιαι μόνοι σας γλεντάτε
τζιαι τους παλιούς καθηγητές, ούτε που τους ρωτάτε.

Είσαι μια κούκλα όμορφη, όλο δροσιά τζιαι χάρη.
Εσού είσαι υπάλληλος στολίδι τζιαι καμάρι.

Εις τες Καλύβες συ να ‘ρτεις, τον θκειόν σαν πεθυμήσεις.
Είναι καλόν, φτηνόν τζιαι ήσυχον, δεν θα κακοκαρδίσεις.

Εσύ που είσαι άρχοντας, στις Σέρρες δραγουμάνος,
που θα βρεθούμε σήμερα,
προτού να καταλήξουμε, οπού ‘ναι ο Μητροπάνος.

Φίλοι καλοί να ξέρετε πως τα περνώ ωραία,
Καβάλα τζιαι Χαλκιδική τζιαι με καλή παρέα.

Ψαράκια και κρεατικά, με πλούσια τα πρωινά, θα ζω μες την κραιπάλη,
τζι’ όποτε τύχει, φίλοι μου, το ξανακάνω πάλι.

Οι Σέρρες πια με καρτερούν, μα τζι’ η Θες/νίκη,
εκεί που σπούδασα παλιά τζιαι έμενα με νοίκι.

Θεσσαλονίκη βρίσκομαι, στην πόλη τζιαι γυρίζω,
τ’ απόγευμα θα βρίσκομαι στην πόλη που γνωρίζω.