Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΗΣ ΚΟΝΤΡΑΣ, Νο 6


Σημ. Η... κόντρα ξεκίνησε στο Facebook  από αυτά, 
που έγραψα πιο κάτω για τη Μόρφου:

Βλέπω τους τόπους μας, πονώ, η Μόρφου σκλαβωμένη
σαράντα χρόνους η ψυσ’ιή  έμεινε ραϊσμένη.
Άλλαξαν τζιαι το όνομα, Όμορφη Γη (Guzelyurt) την λένε,
μα οι Μορφίτες μακριά πονούνε μα τζιαι κλαίνε.
Κάθονται μες στα σπίθκια μας, πηαίνουν στα σκολειά μας,
παίζουν, χορεύκουν, τραγουδούν, μοιράζουν την καρκιά μας.
Ήθελα να ‘μουνα τζιαμέ, ν’ ακούω τι τους λένε,
βουρκώσαν τα ματάκια μου, τα πάντα μέσα κλαίνε.
Ακόμα τζιαι το φεστιβάλ το πήραν, τ’ αλλοιώσαν.
Κατάρες βάζω κάμποσες, σ’ αυτούς που μας προδώσαν.
                                                      (Χάρης)

Ετούρζιαιψεν ο τόπος μας τζιαι γίνει παναϋριν,
να πάσει πόθεν ήρτασιν εν κάμνουσιν χαϊριν,
να πιάσουν τες μαντήλες τους, τες βράκες, τες σωβράκες,
να πάν’ ποτζιεί που ήρτασιν που της Τουρτζιάς τες στράτες.
                                                           (Γιούλη)

Αρώτησα σε να μου πεις αν εν δικό σου τζιείνο
 τζιαι πέμπεις με στον Σιαπουτή να φάω ‘γιώ το ξύλο;
                                                           (Ντίνος)

Αφού εν δικό σου Γιούλη τότε θα κάνω πίσω,
τζι’ όσα τζι’ αν έχω τσιαττιστά εγιώ εν να τα σβήσω.
                                                         (Χάρης)

 Κράτα τα ούλλα, Χάρη μου, τζιαι μάθε τα που έξω,
γιατί κάμνω προπόνησην εγιώνι να σε ρέξω.
                                                        (Γιούλη)

Είναι χαρά του δάσκαλου σαν βγάζει μαθητάδες,
 που ξεπερνούν τον δάσκαλον τζιαι δεν είναι λαπάδες.
Έσιεις ταλέντον άφθονον, Γιούλη να συνεχίσεις
τζι' όπως το βλέπω σίουρα σε λλίον θα με σχίσεις.
                                                          (Χάρης)

 Τούτα που γράφεις, Χάρη μου, αν θέλεις, φύλαξέ τα.
Στου Μόρφου μες στο Φεστιβάλ έφκα ομπρός μου πέτα.
Να δεις ποιος εν ο μάστρος σου τζιαι ποιος έσσιει τη χάρη.
Να σου χαρίσω εν μπορώ, τζι’ ας σε λαλούν τζιαι Χάρη!
Μ’ αν τύχει τζιαι κερδίσεις με, θκιώ σου τζιαι το βραβείο,
θκυο πόμπες που του Πόμπατζιη το ζαχαροπλαστείο!
                                                          (Κώστας)
                                                                          
Εν τζι’ είμαι ‘γιωνι τσιαττιστής που για τα παναϋρκα,
όξα τα λόγια μου θωρείς ωσάν να ‘ ναι κοτσίρκα.
Τα ‘χω φυλάξει που τσιαιρόν, θα βκάλω τζιαι βιβλίον,
να τ’ αναλύουν μαθητές στις τάξεις, στο σχολείον.
Το ξέρω πως θα λυπηθείς, μ’ αυτά που σου ‘χω γράψει,
γι’ αυτό τζιερνώ σου σιάμισιη, η θλίψη σου να πάψει,
σαν τούτα που ‘τρωα παλιά μαζί με τους λοκμάδες,
εν του Αζά που εννοώ• τζιερνώ σου δωδεκάδες.
                                                               (Χάρης)

Τα παλλικάρκα της φατζής παίζεται μου τζ'οι δκυό σας
 αλλά νομίζω εν να βρεθεί για σας ο μάστορος σας.
                                                         (Χρυστάλλα)

Καλώς την καλωσόρισε την άσπρη περιστέρα,
που επετάχτη ξαφνικά, για να μας κάνει πέρα.
Χαρκέται εν να λυπηθώ, γιατί ‘ναι μια γυναίκα,
μα που να ξέρει πως εγιώ, τα βάλλω μ’ άλλους δέκα.
                                                             (Χάρης)

Καλή ‘σαι για τον Πειραιά, τον Ολυμπιακό σου,
τζιαι μείνε μες στο σπίτι σου, μέσα στον ηλιακό σου.
Μεν πεταχτείς μα τον Θεόν ωσάν τον Μήτρογλο σου
τζι’ άφησ’ μας μόνους μας εμάς, αν έχεις τον θεό σου.                                                                                                                                                                   (Χάρης)

Χάρη μου έγινε χαμός μες το Καραϊσκάκη
Να ζήσει ο πορτάρης μας, ένει πολλά μαγκάκι!
Εγλύτωσεν τον Θρύλο μας, έσωσεν την Ομάδαν
τζιαι μπήκαμεν τωρά τζιαι ‘μεις μες στην 16ξάδαν.
                                                         (Γιούλη)

Μπράβο εις τον πορτάρη σας, μπράβο τζιαι στην ομάδα,
τιμήσατε πραγματικά ολόκληρη Ελλάδα.
                                                           (Χάρης)

Χάρη, εν εκατάλαβες καλά, σαν να τζιαι πρόσβαλά σε
τζι’ αν είσαι μάστρος σαν λαλείς, πάντα να αθθυμάσαι
πως έσσιει τζιαι καλλύττερους μάστρους μες στο χωρκό σου.
Τζι’ όι να μου χουμίζεσαι πως είσαι μανιχός σου.
Όσο για τζιειν τα σιάμισσι, να μεν με καλοπιάννεις.
Φά τα εσού που έν έσιεις δόντια, για να δακκάννεις!
Τζιαι μεν τα παίρνεις σοβαρά, κάμνουμε λλίον χάζι,
άμα παλεύκεις πιο πολλά, το τσιαττιστό σου σάζει
                                                          (Κώστας)

Εν τζι’ είμαι μάστρος στο χωρκόν, είμαι της Κύπρου όλης,
σταμάτα πιον να απαντάς, γίνε παλαιοπώλης.
Τζιαι για τα δόντια που λαλείς, κανένα δεν μου λείπει
έβαλα εμφυτεύματα, δόντια ποχούν οι ίπποι.
Τ’ αθάσια σπάζω με αυτά, Κώστα μου, να το ξέρεις
τζιαι που τον νου σου βκάλε το, εσύ πως θα με «δέρεις».
Τζιαι μεν μου σιαίρεσαι πολλά, που ‘σιεις καλή κουμπάρα,
τα like που σου έκαμεν, αξίζουν μια δεκάρα.
                                                           (Χάρης)

Χάρη επολλολόησες,, κάτσε χαμαί την μάππα,
εν να σου δώκω να κρατάς τον κούσπο τζιαι την τσάππα.
Τζι’ εν να σε πέψω Μιτσερό, να μάθεις να τσαππίζεις,
γιατί μιτά μου, ρε μιτσή, εν μπόρεις να τσιαττίζεις.
Θέλεις ψουμιά να φας πολλά τζι’ άλλα πολλά να πάθεις,
για νά ’ρτεις εις το ύψος μου πρέπει πολλά να μάθεις
Εγιώ είμαι ο μάστρος σου… Εσού ’σαι τσιουράκκούι.
Εγιώ κρατώ ένα σπαθί τζι’ εσούνι το τσιακκούι!
Τζι’ αν θέλεις να παλέψουμε, χάζι πολλύν εν πό’ σιει
Που κάτω που το φορτηγόν εν να γενείς αντρόσσι!
                                                          (Κώστας)

Τι το ‘θελες να πεταχτείς, Κώστα μου μες την μέση;
Ποιος είσαι ‘σούνι τελικά; Των τσιαττιστών ο Μέσι;
Μεν μου ξαμώνεσαι πολλά τζιαι κράτα λλίον μέτρο,
τα τσιαττιστά δεν θ’ αρνηθώ, δεν μοιάζω με τον Πέτρο.
Αν θέλεις, γράφε σπίτι σου, για σένα να τσιαττίζεις
τζι’ όχι μέσα στο facebook, για να μας εκνευρίζεις.
Τον ‘’πόλεμο’’ που άρκεψες, πρώτος να σταματήσεις
τζιαι σου συστήνω, φίλε μου, τα τσιαττιστά ν’ αφήσεις,
μεν πεταχτούσιν ξαφνικά η Γιούλη τζι’ η Χρυστάλλα
τζιαι τσιαττιστομουντάρουν σε, οι φίλες κατά τ’ άλλα.
Τζι΄ αλίμονο σου αν πεταχτεί που δίπλα ο Θεοδώρου
για ο Χατζηκυριάκου μου τζιαι βάλουν σε του βούρου.
                                                           (Χάρης)

Οι δάσκαλοι οι αθκιανοί εβάλαν άπου ρέξει
τζιαι δκυο γαδάρων άσιερα χωρίζουν ωs να φέξει.
Παιδκιά επιφυλάσσομαι για άλλη μια ημέρα,
να ακονίσω τα σπαθκιά τζιαι να σας κάνω πέρα.
                                                         (Χρυστάλλα)

Ο Σιαπουτής τζιαι ο Σπυρής, τραβήξαν τα μασιέρκα,
 ενόμιζα επέζασιν, μα εν ε χωραττεύκαν
τζιαι γαίμαν άφτονο θωρώ να τρέσιει ομπροστά μας
η Γιούλη μας, η Λάτεια, Τασούλλα τζιαι Χρυστάλλα,
α που τον φόο που ννάχουσιν θα φύουν μακρυά μας!
                                                             (Ντίνος)


Θα σου το πω γιατ’ εκτιμώ πολλά το γράψιμό σου.
 Εμπήκα τζι΄είδα νακκουρίν μες στο λοαρκασμό σου,
τζι’ εν να σου δώκω συμβουλήν σαν μεαλλύτερός σου.
 Να μεν σου κακοφαίνεται τζι’ ήρεμα να τσιαττίζεις.
Πάντα σου τον καλλύτερον μάθε να ξεχωρίζεις.
                                                          (Κώστας)

Είσαι πολλά εγωιστής, ποιος είσαι τελοσπάντων,
μ’ ορμήνιες τζιαι με συμβουλές, μου λες, εσούνι κάν’ το.
Μιτσιά είναι τα μάτια μου, δες τες φωτογραφίες,
μιτσής ήταν τζιαι ο Δαβίδ, ξέρεις που ιστορίες,
πως σκότωσε τον Γολιάθ μόνο με την σφεντόνα.
Σταμάτα, αν θέλεις, δαχαμέ, πριν να σου πω αλλόνα.

                                                           (Χάρης)

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

ΔΙΣΤΙΧΑ...του facebook, No 7

Σημ. Τα πιο κάτω αποτελούν σχόλια μου σε αναρτήσεις φίλων στο facebook,

Σε θυμάμαι στο σχολείο άριστη μαθητριούλα
εξεχώριζες στο τμήμα, τα ‘ξερες ίσως ούλλα.
Με κάθε ευ-Χαρης-τηση σε ξανασυναντάω,
στου facebook τα σχόλια εγιώ θα απαντάω.

Αφού εν δικό σου Γιούλη τότε θα κάνω πίσω,
τζι’ όσα τζι’ αν έχω τσιαττιστά, εγιώ εν να τα σχίσω.

Έσιεις ταλέντον άφθονον, Γιούλη να συνεχίσεις
τζι' όπως το βλέπω σίουρα σε λλίον θα με σχίσεις.

Εγιώ θα μείνω όξυπνος, εθ θέλω ‘γιω να ππέσω,
τ’ αποψινά κομμάθκια μου στον ύπνον δεν θα λέσω.
Σαν τον φρουρόν θα κάτσω ‘γιώ, εγιώ τζι’ οι αναμνήσεις,
μέχρι να έρτει το πρωί μέχρι εσού ξυπνήσεις.

Τζιαι μας, γιατί μας ξέχασες, ρε φίλε μου, ρε Γιάννη;
Την ζιβανίαν που ‘χουμε, ο νους σου δεν την βάνει.
Οι Πόντιοι τζι’ οι Κρητικοί, μαζί τζιαι οι Κυπραίοι,
ό,τι τζι’ αν πιούνε, φίλε μου, εν πάντοτε ωραίοι.

Τέτοια γυναίκα σαν θα βρεις, στείλε να μου την φέρουν,
μαζί με μια σίκλα νερό για να με συνεφέρουν.

Απ' την Ελλάδα γύρισες τζι' οι φίλοι περιμένουν,
στο Costa να ‘ρτεις να σε δουν, ως πότε θ’ αναμένουν.

Καλώς να πας, καλώς να 'ρθεις, την Κύπρο μεν ξηάσεις
 τζιαι μείνεις μας καλόηρος, στο Όρος για να αγιάσεις.

Άμα ο σπόρος εν καλός, καλή εν η σοδειά σου
γι' αυτό κουκλάρες βγήκανε τα δύο τα παιδιά σου.

Μιτσιά να κάμνεις όνειρα, για να τα προλαβαίνεις,
στην σύντομη τούτη ζωή, για να τα πετυχαίνεις.

Είχαν τζιαι έχουν ομορφκιές οι σκλαβωμένοι τόποι,
μα εδκιωχτήκαν μακρυά οι ντόπιοι οι ανθρώποι.

          Τρεις νέοι, τρεις φίλοι, τρία παιδκιά βρεθήκανε στο Costa,
Μορφίτες τζιαι συμμαθητές, πρόσφυγες σ΄ άλλα πόστα.

Ποιος είν’ αυτός που κάθεται δίπλα μας στο τραπέζι,
όποιος τον βρει Χαρή-ζω του χαρτζιή με πετιμέζι.

Θωρείτε τον πώς σας θωρεί, χαρκέται σας κοιτάζει
τζι’ αν ζει εις την Βιρτζίνια, στον νουν την Μόρφου βάζει.

Ύψωσες το ποτήρι σου, μαέστρο, για τους παρόντες,
 μα μην ξεχνάς όλους εμάς που είμαστε απόντες.

Μεν κάμνεις όπως το μωρόν, που θέλει να νικάει
τζιαι σκέψου το όμως συχνά πόσο τα παρατάει.

Όπως σου ξαναέγραψα, καλέ μου φίλε, Κώστα,
τα δόντια μου τα έσασα τζιαι τρώω γλυκά στο Costa.
Αν δεν έσιει οδοντίατρους τζιεικά στην Λευκωσία,
έλα δακά στην Λεμεσό, που έσιει τζιαι ουσία.


Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΓΛΥΚΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ...σε τσιαττιστό


Ποττέ μου δεν μαείρεψα, μόνον αυκά βραστά
τζι’ αν τύχει τζιαι καμιά φορά, μάτια τηανιτά.
Σεπτέμβρης μήνας ήτανε, στο Κούριο βρισκόμουν,
με φίλους εν που τα ‘πινα τζιαι τα ‘συρνα του ώμου.

«Καρπούζια έσιει φοβερά στον Άη Ερμογένη»,
λαλεί μου ο Γιώρκος ξαφνικά, «καρπούζι δεν τους μένει».
«Σταμάτα, πιάσε τζιαι χάνει όποιος τα αγοράσει,
φτανόπετσα, μα τζιαι γλυτζιά, μεινείσκουν όσοι φάσιν».

Λαλώ του Γιώρκου «ξέρω ‘γιω, πόθεν να αγοράζω
το καλοτζιαίρι, φίλε μου, δεν έπαθα ‘να κάζο».
Με έπεισε τζι’ αγόρασα τζιαι ‘γιώνι μια παττίχα,
μα τα μαλλιά μου ύστερα τραβούσα τρίχα τρίχα.

Κόβκω μιαν μοίρα καρπουζιού, πασ’ιόπετσα την βλέπω
τζιαι στάθηκα καλά καλά εγιώ να την εβλέπω.
«Τούτη παττίχα εν καλή», αμέσως συλλοϊστην,
«φύλλο δκυό πόντους παχουλό• πιάσ’ την αμέσως ξύστην».

Μέχρι να το καλοσκεφτώ, η ώρα πήγε δέκα,
μα πώς θα γίνει το γλυκό, δεν γνώριζε η γυναίκα.
Μπαίνω λοιπόν στο ίντερνετ, ψάχνω τες συνταγές του
δκιαλέω κάποιες που τες πολλές, που ‘ταν που τες καλές του.

Πρώτα το εκαθάρισα που μέσα τζιαι που έξω,
έτσι λαλεί το ίντερνετ, απ’ όθεν τζι’ αν ερέξω.
Ζυάζω το στην ζυγαριά, τριάμισι ήτουν στα κιλά,
ψάχνω να βρω την ζάχαρη, που ήταν στα ψηλά.


 Στο σπίτι βρίσκω μοναχά ένα κιλό γεμάτο
τζιαι στον μπακάλη το πρωί με βλέπετε τρεχάτο.
Ακόμα δκυόμισι κιλά πάω τζιαι αγοράζω
τζιαι βάλλω την μες στο νερό, αμέσως τζιαι την βράζω.

Πριν εννοείτε τα ‘βαλα τρεις ώρες σε λεμόνι,
ασβέστη σπίτι δεν είχα τζιαι ‘γιώ τα ‘καμα σιόνι.
Τα έβκαλα τζιαι τα ‘βραζα μέχρι να μαλακώσουν,
έτσι έλεε η συνταγή να μεν μείνουν να λιώσουν.


Να μεν σας τα πολλολοώ, έχω μεσανυχτίσει,
την άλλη μέρα το πρωί βράζω το, για να δείσει.
Βάζω βανίλια κάμποση, δκυό τρία μουσκοκάρφια,
ως τζιαι κανέλαν έβαλα, που είχαμεν στα ράφια.


Έκατσα τζιαι καρτέρουν το, κούκκουλλους για να κάμει,
μέχρι να δέσει το γλυκό, μυαλό δεν είχα δράμι.
Δκυό ώρες εκαρτέρουν το, φεύκω τζιαι το αφήνω,
σε λλίον λαλεί η γυναίκα μου, εγιώνι σου το σβήνω.


Στις δώδεκα θα το ‘σβηνε, στις δκυο ακόμα βράζει,
το δέσιμο του σιροπιού ακόμα μας κουράζει.
Δεν ξέραμεν οι άσχετοι πώς δένει το σιρόπι,
γλυκό δεν ξανακάναμεν, ως κάνουν οι αθρώποι.


Μετά που τηλεφώνημα, εκατεβάσαμε το
τζιαι να κρυώσει το γλυκό στο γκάζι αφήσαμε το.
Τζιαι σαν που κρύωσεν καλά, το ‘βάλαμε σε βάζα.
Αυτά που λέτε, φίλοι μου, πολλά πάθαμε κάζα.


Τζιαι για του λόγου τ’ αληθές, δες τες φωτογραφίες,
αν άντεξες ως δαχαμέ τζιαι ‘μείνες, δεν εφύες.
Για την υπομονή σου ‘γιώ γλυκό θα σε κεράσω
τζι’ άλλη ξανά εγιώ γλυκό• φίλε, θα λέω πάσο.



Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ σε ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ


Θέλεις να στείλεις ευχές ή να απαντήσεις σε ευχές που πήρες; Ιδού...

Μια και έχουμε μια σειρά από γιορτές αυτήν την περίοδο,

ενοποίησα και ξαναδημοσιιεύω τις ευχές  ή τις απαντήσεις μου σε ευχές 
που έστειλα κατά περιόδους σε φίλους και γνωστούς τα τελευταία χρόνια.

Σας "παραχωρώ" τα πνευματικά δικαιώματα ενώ επιτρέπονται και οι διαφοροποιήσεις

 και οι προσαρμογές στα δικά σας πρόσωπα και στη δική σας διάλεκτο.

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ

Χρόνια πολλά σου εύχομαι, να ζήσεις, να γεράσεις
τζιαι που το γέλιο, την χαράν, ποττέ σου να μεν πνάσεις.
                                            
Ανδρέα μου, να σιαίρεσαι απόψε την γιορτή σου
τζι’ ανάμεσα στους φίλους σου είμαι τζιαι ‘γιώ μαζί σου.

Με sms, με e-mail τρέχω, μπας τζιαι προλάβω,
έναν γιορτάρην φίλο μου χωρίς τον αστρολάβο.

Προσπαθώ τζιαι δεν ημπορώ τηλέφωνο να πάρω,
μέχρι να δώσω τες ευτζιές θα μάθω το τσιγάρο.

Μια και καθυστέρησα, για να σου απαντήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σέ θα τες χαρίσω.

Όσες ευτζιές μου στείλανε σε σας θα τις χαρίσω,
τζιαι να περνάτε πιο καλά, δεν θα διαφωνήσω.

Ανταποδίδω τες ευτζιές, έπρεπε να βουρήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σας θα τες χαρίσω.

Είχα τζιαι μιαν συνάδελφον που την ελέγαν Στέλλα.
Χρόνια πολλά της εύχομαι, ήταν καλή κοπέλλα.

Ξέρω τι χάνω σήμερα, δεν θέλω να μου πείτε.
Γλυκά,ωραία αλμυρά, θα φάτε τζιαι θα πιείτε.
Δεν ξέρω, αν σας ξαναδώ, σαν άλλοτε, σαν τότε.
Δεν έκλαψα που έφυγα, κλαίω γι’ αυτά που τρώτε.

Ξέρω τι χάνω σήμερα τζιαι τι καλά περνάτε
τζι’ αν τύχει τζιαι να μ’ έβρετε, άλλη φορά τζιερνάτε.

Να σιαίρεσαι πάρα πολλά σήμερα την γιορτήν σου
τζι’ όλου του κόσμου τα καλά ναν μέσα στην ζωήν σου.

Ήθελα φίλε μου πολύ να ‘ξερα ποιος σου γράφει,
έτσι πολλά καλές ευτζιές για σε να καταγράφει.
Να ΄στε καλά να σιαίρεστε εσείς τζιαι τα παιδκιά σας,
του κόσμου όλες οι χαρές τζι’ η τύχη να ‘ν’ μιτά σας.

Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι, να ζήσεις να γεράσεις,
τους φίλους σου εις το νησί ποττέ να μην ξιάσεις.

Μια τζιαι εκαθυστέρησα, για να σου απαντήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σέ θα τες χαρίσω,
γιατί ‘σαι συ της νομικής τζιαι ξέρεις τα τερτίπια,
για αγωγή, για φυλακή, σου λέω ‘γιώ δεν ήπια.

Ολημερίς σκεφτόμουνα μήνυμα να σου στείλω
τζιαι τώρα σ΄ αθθυμήθηκα σαν έτρωα το μήλο.   

Διπλές γιορτές, διπλές χαρές έσιετε ‘σεις στο σπίτι,
είθε να συνεχίζονται, να φτάνουν ως την Κρήτη.

Ευχαριστώ που με καλείς, για την γιορτή μου θα ΄ναι.
Να ‘σαι καλά τζιαι τα κακά στ’ ανάθεμα να πάνε.

Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι την χτεσινήν γιορτήν σου,
να ‘σαι γερή τζιαι δυνατή σε όλη την ζωήν σου.

Όση δροσιά ευρίσκεις τζιει τόση να ’σιει ζωή σου.
Παντοτινά να σιαίρεσαι σήμερα την γιορτήν σου.

Χαράλαμπο με βάφτισαν, Χαράκη με εγράψαν
τζιαι Χαμπου-Λίνος έγινα, Χάρη με εφωνάξαν
γι΄αυτό γιορτάζω αύριο τζιαι εν να σας κεράσω
με cyber-σχόλια εγιώ μαζί σας θα γιορτάσω.

Να ευχηθούμεν χωρκανή, εσού να τα χιλιάσεις
 ή στη μικρή  πατρίδα μας  σύντομα να κοπιάσεις;

Στον δρόμον με συνάντησες τζιαι έδωκες μπροστά μου
τζιαι δεν σου ’πα «χρόνια πολλά», αν έχω τον θεόν μου.

Ευχαριστώ παρά πολύ, γιορτάζουν τζιαι οι πρώην
τζι’ ας έφυες εσού νωρίς, το ξέρει τζι’ ο Σανγκόι.

Ολημερίς περίμενα τηλέφωνο να πάρεις,
γιατί το ξέρεις σήμερα πως είμαι ο γιορτάρης.

Εξέχασα πως γιόρταζες τζιαι πήα στες εκπτώσεις,
το τζιέρασμα που έχασα, εσού εθ θα γλυτώσεις.

Ολημερίς ολονυχτίς σε είχα στο μυαλόν μου,
που δεν σου ‘στειλα μήνυμα , αν έχω τον Θεόν μου.
Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι την χτεσινήν γιορτή σου
τζι’ η Παναγία τζι’ ο Χριστός να ’ναι τζι’ οι δκυό μαζί σου.

Έθελα μες στα σιέρκα μου ευτζιές σ’ιλιάδες να ‘χα,
να σου τες δώσω, Άννα μου τζι’ ας μείνω σαν τον χάχα.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σου εύχομαι, να ‘σαι καλά για πάντα
 τζιαι που το γέλιο, την χαρά να μεν έβρεις αμάντα.

Ευ-Χαρης-τώ να ‘στε καλά, εσείς που με θυμάστε
τζι’ εάν δεν έρτω στην γιορτήν, φίλοι μου πάντα θα’ στε.

Ευ-Χαρησ-τώ συμμαθητή, μοιάζεις του Αϊστάιν
τζια φώναξε τραγουδιστά,να 'ρθει η Έλλη Στάη
 για να το πει στα φανερά, απόψε στις ειδήσεις
 σ' όλο τον κόσμο ν' ακουστεί, πίσω μην την αφήσεις,
 να το φωνάξει καθαρά, ποιος είναι ο γιορτάρης
τζιαι σαν βρεθούμεν που κοντά, εγιώμεν ο τραττάρης*.
 (* κεραστής, από το τραττάρω)

Είτε ευχές μου έστειλες είτε 'καμες μου like,
ακόμα τζι' αν με δκιάβασες,
απλά με επροσπέρασες... φορώντας τζιειν τα Nike,
εύχομαι να περνάς καλά μες στο "στραβό" το έτος
τζιαι ν' αποκτήσεις πιο πολλά,
 η Τρόικα που μας κολλά, που τα 'φαγε εφέτος.

Ευ-Χαρης-τώ σε, φίλε μου, μου πολλά για τις ευτζιές σου
 τζι' όσες ευτζιές μου δώσανε τόσες ναν οι χαρές σου.

Να ζήσεις φίλε μου καλέ, να έσιεις την υγειά σου
τζι’ ούλλα τα πλούτη της ζωής να ’ρτούν τζιαμέ κοντά σου.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, Νικόλα μου,  σου εύχομαι να ζήσεις
τζι’ ότι ποθείς εις την ζωήν, να το υλοποιήσεις.
Να ξέρεις ό,τι σιαίρουμαι, που σ’ είχα μαθητή μου
τζιαι το αντιλαμβάνεσαι πως είναι τζιαι τιμή μου.
Είμαι απ’ αυτούς που σιαίρουνται, σαν βγάζουν μαθητάδες,
που ξεπερνούν τους δάσκαλους τζιαι δεν είναι λαπάδες.

Όλοι σας να ευτυχείτε, στη ζωή να ‘στε καλά,
χαιρετίσματα στον Κώστα, Χρόνια να ΄χετε Πολλά.

Του χρόνου να ΄σαι τυχερός, στου Μόρφου να γιορτάσεις,
να μαζευτούμε σπίτι σου τζι' ούλλους να μας τζιεράσεις.

Κάποιος γιορτάζει απ’ την παρέα
τζι’ όλοι λυπούνται που δε θα ‘ναι ‘κει,
τζι’ όλοι ρωτούν για ποιον Ανδρέα
τζιαι ‘μεις τους λέμε...ο τουμπεκί. 

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΗΣ ΚΟΝΤΡΑΣ, Νο 5


 Χάρης-Θεόδωρος
Α΄ 
Πολλά καλά εν που τα λες,
καθόλου δεν τα παραλές, μα ποιος εν που τ' ακούει.
 Ούλλοι τους θέλουσιν φωτιά,
τράβημα θέλουν τα αυτιά, μυαλό σαν το μωρούι.
                                                        (Χάρης)

Το τσιαττιστό σου, Χάρη μου, πολύ ωραίο, λαύβλι.
 Ε σ' απαντώ, βιάζομαι, πάω να παίξω ττάβλι.
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως εφοήθηκες, σηκώθηκες να φύγεις
 τζιαι πας για τάβλι τάχα μου, εμέ για ν' αποφύγεις.
                                                            (Χάρης) 
Β΄ 
Την ζιβανίαν, φίλε μου, εσού να την ξεχάσεις
τζιαι πιες κρασάκι τοπικό,
το κότσιηνο, το ερωτικό, για να καλοπεράσεις.
Κάμνει καλόν τζιαι στην καρκιά, δροσίζει σου τα σιείλη,
σαν το φιλί που σου διά,
καυτό ωσάν την τσικουδιά, μια ξενιτζιή, μια φίλη.
                                                            (Χάρης)

Τζιαι το κρασούι πίννω το, το κότσιηνο ιδίως,
μα στην ταβέρνα είδα σε, Χάρη μου, τζι’ ήσουν λλίος.
Χάρη, ομπρίττερα που μεν εσούνι θα μεθύσεις.
Σε ένδειξη εκτίμησης ε θα το συνεχίσω.

                                                     (Θεόδωρος)

Εν τζι' είμαι 'γιώνι ρόκολος, που πίνει τζιαι μεθάει,
που τριγυρνά στες γειτονιές τζι’ όλο παραπατάει.
Πίνω με μέτρο, φίλε μου, να μεν με πιει εκείνο,
τζι’ ούτε θέλω ποτό, τους έρωτες να σβήνω.
Το κέφι το ‘χω μέσα μου, από γεννησιμιού μου
τζιαι κοντρολάρω το ποτό τζιαι έχω τζιαι τον νου μου.
                                                            (Χάρης)

Να πίννω ‘γιώνι το κρασί τζιαι σου νερό της βρύσης,
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως θέλεις τον καβκά, γυρεύκεις φασαρίες,
γιατί με μεν που έμπλεξες, ανοίγεις ιστορίες.
Όι γιατί μ’ ανάρτησες πεντέξι ποιηματούδκια,
να σιέρεσαι τζιαι να ππηδάς ωσάν τα κοπελλούδκια.
Ώσπου να πιω εγιώ κρασί, να φτάσει στην τζιοιλιά μου,
στην τουαλέττα για να πας, ζητάς την άδειά μου.
Μαζί ζιβάνα να ‘πινα, να δούμε ποιος θ’ αντέξει,
να πίννουμεν ως το πρωίν, να δούμε ποιος θα ρέξει.                                                                                                                             (Χάρης)

Χάρη σταμάτα τες μαγκιές, λέω το για καλό σου
τζιαι με κάμνεις τον έξυπνο πάνω στο δάσκαλό σου.
                                                    (Θεόδωρος)

Είναι του δάσκαλου χαρά, σαν βγάζει μαθητάδες,
που είν’ ανώτεροι αυτού, γεμάτοι εξυπνάδες.
Να σιαίρεσαι, ρε Θοδωρή, που έγινα σπουδαίος,
που σε ξεπέρασα τζιαι σε, τον δάσκαλο βεβαίως.
Όμως μια τζι’ είσαι πιο παλιός, λαλώ να σε σεβαστώ,
άλλα δίστιχα δεν γράφω, τουν’ την κόντρα σταματώ.
Όμως μην το ερμηνεύσεις ότι έχω φοβηθεί,
ότι τάχα δεν ι γράφω, γιατί σ’ έχω βαρεθεί.
                                                   (Χάρης)

Έξυπνα αποφάσισες, Χάρη τζιαι κάμνεις πίσω.
                                                  (Θεόδωρος)