Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΗΣ ΚΌΝΤΡΑΣ, ΝΟ 4


Α. (Χάρης – Μπάμπης)

 

Ευ-Χαρης-τώ σε φίλε μου πολλά για τις ευχές σου,
τα σχόλια που έκαμες τζιαι για τις πενεψιές σου,

 τα λόγια σου τα όμορφα για δάσκαλους τζιαι μένα,
τζιαι όσα μπράβο έδωκες τόσες χαρές για σένα.

 (copy-paste & διασκευή από "ΑΠΑΘΕΙΑ ΤΕΛΟΣ" )

                                                (Μπάμπης)

 

Η διασκευή σου, φίλε μου, έξυπνη τζιαι ωραία
γι' αυτό εν που ταιριάξαμε τζιαι κάμαμε παρέα.
Την πρώην διευθύντρια την είδα, Χάρη-κα την.
Θα έγινε φαντάζομαι ογδόντα πάρα κάτι;

                                                         (Χάρης)

 

Χάρη μου, φίλε απ’ τα παλιά, από τη Νέα Ζίχνη,
o χρόνος τζι’ αν επέρασε έχει αφήσει ίχνη.
Ορθώς λοιπόν τ’ αμίνιασες, ογδόντα παρά τρία,
η σιόρα Σταματία μας, η σεβαστή Κυρία.

Αλόπως είμαι όξυπνος, αλόπως είμαι μάντης;
Oυδένα απ’ όλα αυτά, ούτε τζιαι συκοφάντης.
Το εύρα στο μητρώο μας, το καθαρό τεφτέρι,
λαλεί αλήθειες τρανταχτές και κάθε τι χαμπέρι.

Παρόλα αυτά η πρώην μας, καλά βιαστεί θαρρώ την.
Έσιει το νου αστραφτερό κορμοστασιά την πρώτην.
Μόνο ο σιορ, βίτσα κρατεί, τζείνος έχει γεράσει,
μ' άς μη λαλούμε τα πολλά, σειρά μας έχει φτάσει.

                                                (Μπάμπης)

 

Τι έκπληξη ήταν αυτή, να μ' απαντάς με μέτρο.

Μου φαίνεται θα σ' αρνηθώ τζιαι ας με πούνε Πέτρο.

Ξεφτίλα μ' έκανες εσύ, θα σχίσω τα πτυχία.

Θα πάψω την ποιητική, μεγάλη δυστυχία.

 

Έπρεπε να καλοσκεφτώ, ποιον είχα 'γιώ μπροστά μου

Μου φάτσιησες στην τζεφαλή, πονούν τζιαι τα οστά μου.

Μεγάλος είσαι ποιητής, δεν είσαι συ πρωτάρης.

Εγιώ είμαι ένας άχρηστος, είμαι ένας παγωτάρης.

 

Έκλεισα 'γιω ως ποιητής, ως έκλεισε τζιαι η ΝΕΤ,

σβήνω το ιστολόγιο, που έχω στο internet.

Τζιαι θα σου ευχηθώ εσέ, που 'σαι κρυφό ταλέντο,

να ΄χεις καλές διακοπές , να πας στο Σακραμέντο.

                                                        (Χάρης)

 

Λαλί!, Λαλί! τι μούλαχε εμέ του παιδοτρίβη,

τωρά που κοντοέφθασα στη νι-οστή μου ήβη,

να απαξιώ το κλάδο μου, του γυμναστή την τέχνη,

τον ποιητή να παριστώ, ούκαιρον «λογοτέχνη».

 

Να μου κνυζώννψ για τα καλά, της «ποίησης» η ψώρα,

να ρέουμαι το έμμετρον, δκιαπάντα, κάθεν ώρα,

να πάω με μέτρο εις το ναό, με μέτρο στου σχολείου,

να θε ν’ αλλάξω τ’ όνομα σε Μετρο-βασιλείου.

 

 Ευ-Χαρης-τώ πάρα πολύ, για τα καλά σου λόγια

Με παίνεψες, καθίσκες με στων ποιητών τα σόγια,

μα, είμαι του λόγου κουτζουλλής, την ποίηση κολάζω,

και συ μου ανταπέδωσες ότι του Ελύτη μοιάζω.

 

Περίτου φούμον μου έδωκες, του Σολωμού την χάρη,

σοσσουμιάζω πιο πολύ τον άλλονα, το ψάρι.

Δεν είμαι του Σεφέρη γιος, δεν είμαι ‘γιώ ο Κάλβος

η «ποίηση» μου προκαλεί της κεφαλής το άλγος.

 

ΥΓ. Το Σακραμέντο μ’ άρεσε, με κυάλια το κοιτάω,

μα τα ευρώ μας πάπαλλα, για λέγε πως να πάω;

Είναι χωργιόν αλλόμορφο, ακόμα και η Μάλτα,

αμπλέπω θέρος να περνώ τζαμάι στην Ασπροβάλτα.

                                                (Μπάμπης)

 

Διακοπές ευχήθηκα, μήπως μου σταματήσεις,

μα εσύ γυρεύκεις πόλεμον, θέλεις να συνεχίσεις.

Στην Κύπρον μας είναι ντροπή, πρώτος να σταματήσω,

γι’ αυτό τζιαι τα τσιαττίσματα εγιώ θα συνεχίσω,

μέχρι εσύ να βαρεθείς, μέχρι να σταματήσεις

τζιαι τα στιχο-πλεξίματα να θες να παραιτήσεις.

 

Εγέλασα παρά πολλά με τα γραφόμενά σου

μα πρόσεξε, η ποιητική μην γίνει γκόμενά σου

τζι’ όπου σταθείς τζιαι όπου πας, να σκέφτεσαι στιχάκια,

τζιαι να ξεχάσεις την γυνή, μαζί με τα παιδάκια.

Έτσι τζι’ αλλιώς σταμάτησες, δεν είσαι παιδοτρίβης

τζιαι μου ‘γινες διευθυντής, όπου ενδιατρίβεις.

 

Πάντως τα εκατάφερες, γράφεις πετυχημένα

τζι’ αν συνεχίσεις όπως πας, θα βρεις λεφτά χυμένα.

Ούλλοι θα τρέχουσιν, να βρουν τον Μετρο-βασιλείου,

τζι’ εν να μιλούν για σένανε, το στόμα δεν θα κλείου.

Τραούδκια τζιαι ποιήματα εσύ πολλά θα γράψεις,

πασίγνωστος εν να γενείς τζιαι μας θα διαγράψεις.

 

ΥΓ. Λεφτά θα σου ‘στελλα εγιώ, αν ήθελες καμπόσα,

μα τ’ άρπαξε η Τρόικα τζιαι θέλει άλλα τόσα.

Ζηλεύκω σου, μα τον Θεόν, που πας στην Ασπροβάλτα,

τα λιγοστά σου τα λεφτά, σε μίαν τρύπα βάλ’ τα,

γιατί οι Τράπεζες εδώ εφάν τες καταθέσεις,

αφού εμείς δεχτήκαμεν της Μέρκελ τις προθέσεις.

                                                        (Χάρης)

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

ΔΙΣΤΙΧΑ...ΤΟΥ facebook No 4


Σημ. Είναι δίστιχα από τα σχόλια που έγραφα σε φίλους στο facebook

Στο ακρογιάλι σου θα 'ρθω, ξανά να κολυμπήσω,

 ελεύθερος σαν κάποτε, ψυχή μου, πριν ραϊσω.


Πώς παίζαμε, πώς τρέχαμε σε τούτη την αυλή μας

 τζιαι το νερό που πίνετε, δροσιά μες την ψυχή μας.

       

Θα 'ταν καλά Σηφάκο μου να είχα μια αντίκα.

 Στου Μόρφου σαν επέστρεψα μόνο τραπέζι βρήκα.

 Όλα τα πήραν τζι' έφυγαν, οι Τούρκοι σαν τζιαι τότε (1453,1669,1922).         
 Εσύ μου είσαι άρχοντας, μεγάλε μου τζιαι πρώτε.


Καλό μήνα να έχετε, ήρθε το καλοκαίρι.

Τι κι αν μας βάρεσε εμάς της Τρόικας τ' αγέρι.

Ίσως να είναι η αφορμή οι άνεμοι να πάρουν

τραπεζικούς, πολιτικούς, αλλού για να σαλπάρουν.

Στην Σπιναλόγκα (σόρρυ Κρήτη) σίγουρα ή σ' άλλο ερημονήσι

τους αίτιους της κρίσης μας τ' αγέρι να σκορπίσει.


  Πράγματι μέσα στον ντουνιά πόλη δεν είναι άλλη,

την Σαλονίκην τους καμιά δεν ξεπερνά στα κάλλη.

Τα νιάτα σου της χάρισες, χαλάλιν της για πάντα,

τζιαι τα πολλά μαλάματα, δικά σου, αν θέλεις, κάν’ τα.

Ευ-Χαρης-τώ σας, φίλοι μου, για τα καλά σας λόγια                                                                             
ξέρω πως είναι από καρδιάς, δεν είναι σκορπολόγια.


 Η καρκιά μου δεν ημπορεί, λάικ για να σου κάνει.

 Η αγορά μας άλλαξε τζιαι ως εδώ μας φτάνει.


Καβάτζι με εκάμετε με τα γραφόμενά σας,

 κορούες όμορφες, καλές, με τα λεγόμενά σας

τζι' όσο για σένα, Σήφη μου, της Κρήτης μας λεβέντη,

 ανάγκη δεν έχεις καμιά, με κομπλιμάν, με  γλέντι.


 Να 'μουν πουλί να πέταγα, να 'ρχόμουν στην Καβάλα,

 για ν' άκουα ρεμπέτικα και λαϊκά και άλλα.

 Με τις πενιές του μπουζουκιού του Λιούμπα θα μεθούσα

 και  γυρισμό στον τόπο μου, δε θα αναζητούσα.


Την ράχη τζι' αν μου γύρισες, δεν φαίνονται τα μούτρα,

πιάσε απ' το κατάστημα(=φαρμακείο) και βάλε λίγη πούτρα.

"Καλό Καλοκαίρι" φίλοι των αδελφών σχολείων

 για να περνάτε πιο καλά,  θα τρώω 'γιω κρομμύον.

Διευθύνσεις, καθηγητές τζιαι Σύνδεσμοι Γονέων

 πολλά προσφέρατε μαζί στη διάπλαση των νέων.


Ήθελα να ' μουνα πουλί, να 'μαι ανάμεσά σας,

 να πίνω τσίπουρο, ρακί, να πίνω στην υγειά σας.


Φυλάξτε τις δυνάμεις σας, κακό μην παραγίνει.

 Δεν αποκλείεται ξανά reunion να γίνει.


Ήθελα να 'μουνα πουλί, ας εν τζιαι ζαρτηλούι,

 στις Πλάτρες να ξεδίψαγα μέσα απ' το ποταμούι.