Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΓΛΥΚΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ...σε τσιαττιστό


Ποττέ μου δεν μαείρεψα, μόνον αυκά βραστά
τζι’ αν τύχει τζιαι καμιά φορά, μάτια τηανιτά.
Σεπτέμβρης μήνας ήτανε, στο Κούριο βρισκόμουν,
με φίλους εν που τα ‘πινα τζιαι τα ‘συρνα του ώμου.

«Καρπούζια έσιει φοβερά στον Άη Ερμογένη»,
λαλεί μου ο Γιώρκος ξαφνικά, «καρπούζι δεν τους μένει».
«Σταμάτα, πιάσε τζιαι χάνει όποιος τα αγοράσει,
φτανόπετσα, μα τζιαι γλυτζιά, μεινείσκουν όσοι φάσιν».

Λαλώ του Γιώρκου «ξέρω ‘γιω, πόθεν να αγοράζω
το καλοτζιαίρι, φίλε μου, δεν έπαθα ‘να κάζο».
Με έπεισε τζι’ αγόρασα τζιαι ‘γιώνι μια παττίχα,
μα τα μαλλιά μου ύστερα τραβούσα τρίχα τρίχα.

Κόβκω μιαν μοίρα καρπουζιού, πασ’ιόπετσα την βλέπω
τζιαι στάθηκα καλά καλά εγιώ να την εβλέπω.
«Τούτη παττίχα εν καλή», αμέσως συλλοϊστην,
«φύλλο δκυό πόντους παχουλό• πιάσ’ την αμέσως ξύστην».

Μέχρι να το καλοσκεφτώ, η ώρα πήγε δέκα,
μα πώς θα γίνει το γλυκό, δεν γνώριζε η γυναίκα.
Μπαίνω λοιπόν στο ίντερνετ, ψάχνω τες συνταγές του
δκιαλέω κάποιες που τες πολλές, που ‘ταν που τες καλές του.

Πρώτα το εκαθάρισα που μέσα τζιαι που έξω,
έτσι λαλεί το ίντερνετ, απ’ όθεν τζι’ αν ερέξω.
Ζυάζω το στην ζυγαριά, τριάμισι ήτουν στα κιλά,
ψάχνω να βρω την ζάχαρη, που ήταν στα ψηλά.


 Στο σπίτι βρίσκω μοναχά ένα κιλό γεμάτο
τζιαι στον μπακάλη το πρωί με βλέπετε τρεχάτο.
Ακόμα δκυόμισι κιλά πάω τζιαι αγοράζω
τζιαι βάλλω την μες στο νερό, αμέσως τζιαι την βράζω.

Πριν εννοείτε τα ‘βαλα τρεις ώρες σε λεμόνι,
ασβέστη σπίτι δεν είχα τζιαι ‘γιώ τα ‘καμα σιόνι.
Τα έβκαλα τζιαι τα ‘βραζα μέχρι να μαλακώσουν,
έτσι έλεε η συνταγή να μεν μείνουν να λιώσουν.


Να μεν σας τα πολλολοώ, έχω μεσανυχτίσει,
την άλλη μέρα το πρωί βράζω το, για να δείσει.
Βάζω βανίλια κάμποση, δκυό τρία μουσκοκάρφια,
ως τζιαι κανέλαν έβαλα, που είχαμεν στα ράφια.


Έκατσα τζιαι καρτέρουν το, κούκκουλλους για να κάμει,
μέχρι να δέσει το γλυκό, μυαλό δεν είχα δράμι.
Δκυό ώρες εκαρτέρουν το, φεύκω τζιαι το αφήνω,
σε λλίον λαλεί η γυναίκα μου, εγιώνι σου το σβήνω.


Στις δώδεκα θα το ‘σβηνε, στις δκυο ακόμα βράζει,
το δέσιμο του σιροπιού ακόμα μας κουράζει.
Δεν ξέραμεν οι άσχετοι πώς δένει το σιρόπι,
γλυκό δεν ξανακάναμεν, ως κάνουν οι αθρώποι.


Μετά που τηλεφώνημα, εκατεβάσαμε το
τζιαι να κρυώσει το γλυκό στο γκάζι αφήσαμε το.
Τζιαι σαν που κρύωσεν καλά, το ‘βάλαμε σε βάζα.
Αυτά που λέτε, φίλοι μου, πολλά πάθαμε κάζα.


Τζιαι για του λόγου τ’ αληθές, δες τες φωτογραφίες,
αν άντεξες ως δαχαμέ τζιαι ‘μείνες, δεν εφύες.
Για την υπομονή σου ‘γιώ γλυκό θα σε κεράσω
τζι’ άλλη ξανά εγιώ γλυκό• φίλε, θα λέω πάσο.



Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ σε ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ


Θέλεις να στείλεις ευχές ή να απαντήσεις σε ευχές που πήρες; Ιδού...

Μια και έχουμε μια σειρά από γιορτές αυτήν την περίοδο,

ενοποίησα και ξαναδημοσιιεύω τις ευχές  ή τις απαντήσεις μου σε ευχές 
που έστειλα κατά περιόδους σε φίλους και γνωστούς τα τελευταία χρόνια.

Σας "παραχωρώ" τα πνευματικά δικαιώματα ενώ επιτρέπονται και οι διαφοροποιήσεις

 και οι προσαρμογές στα δικά σας πρόσωπα και στη δική σας διάλεκτο.

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ

Χρόνια πολλά σου εύχομαι, να ζήσεις, να γεράσεις
τζιαι που το γέλιο, την χαράν, ποττέ σου να μεν πνάσεις.
                                            
Ανδρέα μου, να σιαίρεσαι απόψε την γιορτή σου
τζι’ ανάμεσα στους φίλους σου είμαι τζιαι ‘γιώ μαζί σου.

Με sms, με e-mail τρέχω, μπας τζιαι προλάβω,
έναν γιορτάρην φίλο μου χωρίς τον αστρολάβο.

Προσπαθώ τζιαι δεν ημπορώ τηλέφωνο να πάρω,
μέχρι να δώσω τες ευτζιές θα μάθω το τσιγάρο.

Μια και καθυστέρησα, για να σου απαντήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σέ θα τες χαρίσω.

Όσες ευτζιές μου στείλανε σε σας θα τις χαρίσω,
τζιαι να περνάτε πιο καλά, δεν θα διαφωνήσω.

Ανταποδίδω τες ευτζιές, έπρεπε να βουρήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σας θα τες χαρίσω.

Είχα τζιαι μιαν συνάδελφον που την ελέγαν Στέλλα.
Χρόνια πολλά της εύχομαι, ήταν καλή κοπέλλα.

Ξέρω τι χάνω σήμερα, δεν θέλω να μου πείτε.
Γλυκά,ωραία αλμυρά, θα φάτε τζιαι θα πιείτε.
Δεν ξέρω, αν σας ξαναδώ, σαν άλλοτε, σαν τότε.
Δεν έκλαψα που έφυγα, κλαίω γι’ αυτά που τρώτε.

Ξέρω τι χάνω σήμερα τζιαι τι καλά περνάτε
τζι’ αν τύχει τζιαι να μ’ έβρετε, άλλη φορά τζιερνάτε.

Να σιαίρεσαι πάρα πολλά σήμερα την γιορτήν σου
τζι’ όλου του κόσμου τα καλά ναν μέσα στην ζωήν σου.

Ήθελα φίλε μου πολύ να ‘ξερα ποιος σου γράφει,
έτσι πολλά καλές ευτζιές για σε να καταγράφει.
Να ΄στε καλά να σιαίρεστε εσείς τζιαι τα παιδκιά σας,
του κόσμου όλες οι χαρές τζι’ η τύχη να ‘ν’ μιτά σας.

Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι, να ζήσεις να γεράσεις,
τους φίλους σου εις το νησί ποττέ να μην ξιάσεις.

Μια τζιαι εκαθυστέρησα, για να σου απαντήσω,
όσες ευτζιές μου στείλανε σε σέ θα τες χαρίσω,
γιατί ‘σαι συ της νομικής τζιαι ξέρεις τα τερτίπια,
για αγωγή, για φυλακή, σου λέω ‘γιώ δεν ήπια.

Ολημερίς σκεφτόμουνα μήνυμα να σου στείλω
τζιαι τώρα σ΄ αθθυμήθηκα σαν έτρωα το μήλο.   

Διπλές γιορτές, διπλές χαρές έσιετε ‘σεις στο σπίτι,
είθε να συνεχίζονται, να φτάνουν ως την Κρήτη.

Ευχαριστώ που με καλείς, για την γιορτή μου θα ΄ναι.
Να ‘σαι καλά τζιαι τα κακά στ’ ανάθεμα να πάνε.

Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι την χτεσινήν γιορτήν σου,
να ‘σαι γερή τζιαι δυνατή σε όλη την ζωήν σου.

Όση δροσιά ευρίσκεις τζιει τόση να ’σιει ζωή σου.
Παντοτινά να σιαίρεσαι σήμερα την γιορτήν σου.

Χαράλαμπο με βάφτισαν, Χαράκη με εγράψαν
τζιαι Χαμπου-Λίνος έγινα, Χάρη με εφωνάξαν
γι΄αυτό γιορτάζω αύριο τζιαι εν να σας κεράσω
με cyber-σχόλια εγιώ μαζί σας θα γιορτάσω.

Να ευχηθούμεν χωρκανή, εσού να τα χιλιάσεις
 ή στη μικρή  πατρίδα μας  σύντομα να κοπιάσεις;

Στον δρόμον με συνάντησες τζιαι έδωκες μπροστά μου
τζιαι δεν σου ’πα «χρόνια πολλά», αν έχω τον θεόν μου.

Ευχαριστώ παρά πολύ, γιορτάζουν τζιαι οι πρώην
τζι’ ας έφυες εσού νωρίς, το ξέρει τζι’ ο Σανγκόι.

Ολημερίς περίμενα τηλέφωνο να πάρεις,
γιατί το ξέρεις σήμερα πως είμαι ο γιορτάρης.

Εξέχασα πως γιόρταζες τζιαι πήα στες εκπτώσεις,
το τζιέρασμα που έχασα, εσού εθ θα γλυτώσεις.

Ολημερίς ολονυχτίς σε είχα στο μυαλόν μου,
που δεν σου ‘στειλα μήνυμα , αν έχω τον Θεόν μου.
Χρόνια πολλά να σιαίρεσαι την χτεσινήν γιορτή σου
τζι’ η Παναγία τζι’ ο Χριστός να ’ναι τζι’ οι δκυό μαζί σου.

Έθελα μες στα σιέρκα μου ευτζιές σ’ιλιάδες να ‘χα,
να σου τες δώσω, Άννα μου τζι’ ας μείνω σαν τον χάχα.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ σου εύχομαι, να ‘σαι καλά για πάντα
 τζιαι που το γέλιο, την χαρά να μεν έβρεις αμάντα.

Ευ-Χαρης-τώ να ‘στε καλά, εσείς που με θυμάστε
τζι’ εάν δεν έρτω στην γιορτήν, φίλοι μου πάντα θα’ στε.

Ευ-Χαρησ-τώ συμμαθητή, μοιάζεις του Αϊστάιν
τζια φώναξε τραγουδιστά,να 'ρθει η Έλλη Στάη
 για να το πει στα φανερά, απόψε στις ειδήσεις
 σ' όλο τον κόσμο ν' ακουστεί, πίσω μην την αφήσεις,
 να το φωνάξει καθαρά, ποιος είναι ο γιορτάρης
τζιαι σαν βρεθούμεν που κοντά, εγιώμεν ο τραττάρης*.
 (* κεραστής, από το τραττάρω)

Είτε ευχές μου έστειλες είτε 'καμες μου like,
ακόμα τζι' αν με δκιάβασες,
απλά με επροσπέρασες... φορώντας τζιειν τα Nike,
εύχομαι να περνάς καλά μες στο "στραβό" το έτος
τζιαι ν' αποκτήσεις πιο πολλά,
 η Τρόικα που μας κολλά, που τα 'φαγε εφέτος.

Ευ-Χαρης-τώ σε, φίλε μου, μου πολλά για τις ευτζιές σου
 τζι' όσες ευτζιές μου δώσανε τόσες ναν οι χαρές σου.

Να ζήσεις φίλε μου καλέ, να έσιεις την υγειά σου
τζι’ ούλλα τα πλούτη της ζωής να ’ρτούν τζιαμέ κοντά σου.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ, Νικόλα μου,  σου εύχομαι να ζήσεις
τζι’ ότι ποθείς εις την ζωήν, να το υλοποιήσεις.
Να ξέρεις ό,τι σιαίρουμαι, που σ’ είχα μαθητή μου
τζιαι το αντιλαμβάνεσαι πως είναι τζιαι τιμή μου.
Είμαι απ’ αυτούς που σιαίρουνται, σαν βγάζουν μαθητάδες,
που ξεπερνούν τους δάσκαλους τζιαι δεν είναι λαπάδες.

Όλοι σας να ευτυχείτε, στη ζωή να ‘στε καλά,
χαιρετίσματα στον Κώστα, Χρόνια να ΄χετε Πολλά.

Του χρόνου να ΄σαι τυχερός, στου Μόρφου να γιορτάσεις,
να μαζευτούμε σπίτι σου τζι' ούλλους να μας τζιεράσεις.

Κάποιος γιορτάζει απ’ την παρέα
τζι’ όλοι λυπούνται που δε θα ‘ναι ‘κει,
τζι’ όλοι ρωτούν για ποιον Ανδρέα
τζιαι ‘μεις τους λέμε...ο τουμπεκί. 

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΗΣ ΚΟΝΤΡΑΣ, Νο 5


 Χάρης-Θεόδωρος
Α΄ 
Πολλά καλά εν που τα λες,
καθόλου δεν τα παραλές, μα ποιος εν που τ' ακούει.
 Ούλλοι τους θέλουσιν φωτιά,
τράβημα θέλουν τα αυτιά, μυαλό σαν το μωρούι.
                                                        (Χάρης)

Το τσιαττιστό σου, Χάρη μου, πολύ ωραίο, λαύβλι.
 Ε σ' απαντώ, βιάζομαι, πάω να παίξω ττάβλι.
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως εφοήθηκες, σηκώθηκες να φύγεις
 τζιαι πας για τάβλι τάχα μου, εμέ για ν' αποφύγεις.
                                                            (Χάρης) 
Β΄ 
Την ζιβανίαν, φίλε μου, εσού να την ξεχάσεις
τζιαι πιες κρασάκι τοπικό,
το κότσιηνο, το ερωτικό, για να καλοπεράσεις.
Κάμνει καλόν τζιαι στην καρκιά, δροσίζει σου τα σιείλη,
σαν το φιλί που σου διά,
καυτό ωσάν την τσικουδιά, μια ξενιτζιή, μια φίλη.
                                                            (Χάρης)

Τζιαι το κρασούι πίννω το, το κότσιηνο ιδίως,
μα στην ταβέρνα είδα σε, Χάρη μου, τζι’ ήσουν λλίος.
Χάρη, ομπρίττερα που μεν εσούνι θα μεθύσεις.
Σε ένδειξη εκτίμησης ε θα το συνεχίσω.

                                                     (Θεόδωρος)

Εν τζι' είμαι 'γιώνι ρόκολος, που πίνει τζιαι μεθάει,
που τριγυρνά στες γειτονιές τζι’ όλο παραπατάει.
Πίνω με μέτρο, φίλε μου, να μεν με πιει εκείνο,
τζι’ ούτε θέλω ποτό, τους έρωτες να σβήνω.
Το κέφι το ‘χω μέσα μου, από γεννησιμιού μου
τζιαι κοντρολάρω το ποτό τζιαι έχω τζιαι τον νου μου.
                                                            (Χάρης)

Να πίννω ‘γιώνι το κρασί τζιαι σου νερό της βρύσης,
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως θέλεις τον καβκά, γυρεύκεις φασαρίες,
γιατί με μεν που έμπλεξες, ανοίγεις ιστορίες.
Όι γιατί μ’ ανάρτησες πεντέξι ποιηματούδκια,
να σιέρεσαι τζιαι να ππηδάς ωσάν τα κοπελλούδκια.
Ώσπου να πιω εγιώ κρασί, να φτάσει στην τζιοιλιά μου,
στην τουαλέττα για να πας, ζητάς την άδειά μου.
Μαζί ζιβάνα να ‘πινα, να δούμε ποιος θ’ αντέξει,
να πίννουμεν ως το πρωίν, να δούμε ποιος θα ρέξει.                                                                                                                             (Χάρης)

Χάρη σταμάτα τες μαγκιές, λέω το για καλό σου
τζιαι με κάμνεις τον έξυπνο πάνω στο δάσκαλό σου.
                                                    (Θεόδωρος)

Είναι του δάσκαλου χαρά, σαν βγάζει μαθητάδες,
που είν’ ανώτεροι αυτού, γεμάτοι εξυπνάδες.
Να σιαίρεσαι, ρε Θοδωρή, που έγινα σπουδαίος,
που σε ξεπέρασα τζιαι σε, τον δάσκαλο βεβαίως.
Όμως μια τζι’ είσαι πιο παλιός, λαλώ να σε σεβαστώ,
άλλα δίστιχα δεν γράφω, τουν’ την κόντρα σταματώ.
Όμως μην το ερμηνεύσεις ότι έχω φοβηθεί,
ότι τάχα δεν ι γράφω, γιατί σ’ έχω βαρεθεί.
                                                   (Χάρης)

Έξυπνα αποφάσισες, Χάρη τζιαι κάμνεις πίσω.
                                                  (Θεόδωρος)