Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

ΤΑ ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ...ΤΗΣ ΚΟΝΤΡΑΣ, Νο 5


 Χάρης-Θεόδωρος
Α΄ 
Πολλά καλά εν που τα λες,
καθόλου δεν τα παραλές, μα ποιος εν που τ' ακούει.
 Ούλλοι τους θέλουσιν φωτιά,
τράβημα θέλουν τα αυτιά, μυαλό σαν το μωρούι.
                                                        (Χάρης)

Το τσιαττιστό σου, Χάρη μου, πολύ ωραίο, λαύβλι.
 Ε σ' απαντώ, βιάζομαι, πάω να παίξω ττάβλι.
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως εφοήθηκες, σηκώθηκες να φύγεις
 τζιαι πας για τάβλι τάχα μου, εμέ για ν' αποφύγεις.
                                                            (Χάρης) 
Β΄ 
Την ζιβανίαν, φίλε μου, εσού να την ξεχάσεις
τζιαι πιες κρασάκι τοπικό,
το κότσιηνο, το ερωτικό, για να καλοπεράσεις.
Κάμνει καλόν τζιαι στην καρκιά, δροσίζει σου τα σιείλη,
σαν το φιλί που σου διά,
καυτό ωσάν την τσικουδιά, μια ξενιτζιή, μια φίλη.
                                                            (Χάρης)

Τζιαι το κρασούι πίννω το, το κότσιηνο ιδίως,
μα στην ταβέρνα είδα σε, Χάρη μου, τζι’ ήσουν λλίος.
Χάρη, ομπρίττερα που μεν εσούνι θα μεθύσεις.
Σε ένδειξη εκτίμησης ε θα το συνεχίσω.

                                                     (Θεόδωρος)

Εν τζι' είμαι 'γιώνι ρόκολος, που πίνει τζιαι μεθάει,
που τριγυρνά στες γειτονιές τζι’ όλο παραπατάει.
Πίνω με μέτρο, φίλε μου, να μεν με πιει εκείνο,
τζι’ ούτε θέλω ποτό, τους έρωτες να σβήνω.
Το κέφι το ‘χω μέσα μου, από γεννησιμιού μου
τζιαι κοντρολάρω το ποτό τζιαι έχω τζιαι τον νου μου.
                                                            (Χάρης)

Να πίννω ‘γιώνι το κρασί τζιαι σου νερό της βρύσης,
                                                     (Θεόδωρος)

Αλόπως θέλεις τον καβκά, γυρεύκεις φασαρίες,
γιατί με μεν που έμπλεξες, ανοίγεις ιστορίες.
Όι γιατί μ’ ανάρτησες πεντέξι ποιηματούδκια,
να σιέρεσαι τζιαι να ππηδάς ωσάν τα κοπελλούδκια.
Ώσπου να πιω εγιώ κρασί, να φτάσει στην τζιοιλιά μου,
στην τουαλέττα για να πας, ζητάς την άδειά μου.
Μαζί ζιβάνα να ‘πινα, να δούμε ποιος θ’ αντέξει,
να πίννουμεν ως το πρωίν, να δούμε ποιος θα ρέξει.                                                                                                                             (Χάρης)

Χάρη σταμάτα τες μαγκιές, λέω το για καλό σου
τζιαι με κάμνεις τον έξυπνο πάνω στο δάσκαλό σου.
                                                    (Θεόδωρος)

Είναι του δάσκαλου χαρά, σαν βγάζει μαθητάδες,
που είν’ ανώτεροι αυτού, γεμάτοι εξυπνάδες.
Να σιαίρεσαι, ρε Θοδωρή, που έγινα σπουδαίος,
που σε ξεπέρασα τζιαι σε, τον δάσκαλο βεβαίως.
Όμως μια τζι’ είσαι πιο παλιός, λαλώ να σε σεβαστώ,
άλλα δίστιχα δεν γράφω, τουν’ την κόντρα σταματώ.
Όμως μην το ερμηνεύσεις ότι έχω φοβηθεί,
ότι τάχα δεν ι γράφω, γιατί σ’ έχω βαρεθεί.
                                                   (Χάρης)

Έξυπνα αποφάσισες, Χάρη τζιαι κάμνεις πίσω.
                                                  (Θεόδωρος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου