Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ –ΔΙΣΤΙΧΑ Ή ΔΥΣΤΥΧΑ ΝΟ 16 /ΤΗΣ ΑΦΥΠΗΡΕΤΗΣΗΣ


Δύσκολη μέρα είν’ αυτή μπορεί εγιώ να φύω

να μεν με ξαναδείτε σεις μες τούτο το σχολείο.
 

Αφυπηρέτησα τζιαι ‘γιώ, έσβησα το σχολείο,

την τρόικα «φοβήθηκα» τζι’ είπα τζι’ εγιώ να φύω.
 

Αν έτσι εν να μου κάμνετε, καλλίττερα μαζί σας,

αντί να τρώω τσιαττιστά, ας τρώω το ραφτί σας.
 

Έτσι να κάθεσαι τζιαμέ, να λιώνεις, να υποφέρεις,

τώρα που λείπω ‘γιώ, να δω, αν θα τα καταφέρεις.
 

Εν τζι’ είμαι ‘γιώ αθκειασερός, όπως εσάς τζιει πάνω.

Έχω να τζιοιμηθώ, να φάω τζιαι κάτι παραπάνω,

να πάω βόλτες, θάλασσες, ταξίδκια με τους φίλους,

ας εν τζιαι σ’ έναν λούνα παρκ, να κάμνω ‘γιώ γυρίλους.

 
                            Αλόπως είσαι αδκειανή τζιαι στέλλεις μου προσκλήσεις,

μα τέτοιου είδους πράγματα αλλού να τα τζιυλήσεις.

Να ξέρετε σας σκέφτομαι, θέλ' όμως να ξεφύω,

γλήορην απεξάρτηση, πο τούτα 'γιώ να φύω.

Να το δεχτώ πως τέλειωσαν τούτα τα "παναϋρκα",

όπως τον γύφτον να γυρνώ, να ζω μες στα τσιατήρκα.

Αν εν για να' ρτω μια φορά τζιαι να μεν ξαναέρτω,

ας λείψω 'γιώνι αύριο. Στο λέω δεν θα έρτω.

Την επομένη φεύκω 'γιω τζιαι πάω για ταξίδι,

εν να 'χω γιω πολλές δουλειές τζιαι να 'χω φύγει ήδη.

Ευ-Χαρης-τώ να 'στε καλά, όλοι, που με θυμάστε

τζι' αν είμαι γιώνι μακρυά, φίλοι μου πάντα θα' στε.

 
Περνώντας που τον Ύψωνα να πάω εις την Πάφο
 
εσκέφτηκα, αν θέλετε, να έρτω, για να βάφω.

 
Έχασα τον λοαρκασμό χαρκούμε εν Δευτέρα,

στην Πάτρα εν που πάω ‘γιώ μαζί με την Εταίρα.

 
Μες στα καφέ, τα μαχαζιά της Πάτρας ‘γιω γυρνάω

τζι’ όλο ρωτώ τους φίλους μου, χαρές αν τους κερνάω.

 
Χαίρεται, φίλοι μου, καλοί στο Costa καθισμένοι.

Ο φίλος σας στην Άραξο την πτήση περιμένει,

πουν να τον φέρει γρήγορα στην Κύπρο, στο νησί του,

μα τζιαι στην Πάτραν έφαεν από την σύνταξή του.

 
                                Ευ-χαρης-τώ από καρκιάς είστε καλές, σπουδαίες,

για όσα μου προσφέρατε είστε πολλά γενναίες.

 
Ευ-χαρης-τώ από καρκιάς είστε πολλά σπουδαίοι,

εκτίμηση προσφέρατε τζι’ αγάπη που εμπνέει.

 
Ό,τι τζι’ αν κάμει Τρόικα εσύ δεν θα πεινάσεις,

γιατί ‘σαι ικανή πολλά εις τες συνεστιάσεις,

ωσάν αυτήν π’ οργάνωσες, πολλά ευ-Χαρης-τώ σας.

Καλήν ζωήν να έσιετε, με κάνατε δικό σας.

 

 

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Της Δροσούλας αφυπηρέτηση


Δροσούλα τ’ αποφάσισες γλήορα να μας φύεις,

την κρίσην τζιαι την Τρόικα εσύ να αποφύεις.

Άλλη νομίζω η αφορμή τζιαι άλλη η αιτία

τζι’ ας έφυες στα ξαφνικά τζι’ αφήκες τα θρανία.

Χρόνια πολλά εδούλεψες, χρόνια τριάντα δύο

τζι’ έκλεισες την καριέρα σου μες τούτο το σχολείο.

Σ΄όλους τζιαι σ΄όλα έρκεται κάποτε ένα τέλος

τζιαι σημαδεύκει την ζωήν με το δικό του βέλος.

Να ‘σαι πολλά χαρούμενη, ήσυχη τζιαι ωραία,

το χρέος σου το έκανες με μαθητές παρέα.

Με ήσυχη συνείδηση, με καθαρή καρδία

εμόρφωσες, εδίδαξες, χωρίς κοροϊδία.

Το έβλεπα που το πρωί, που ‘τρεχες να προλάβεις

έννοιες, δουλειές, προβλήματα εσύ να αναλάβεις.

Σιέρκα τζιαι πόδκια τζιαι ο νους μαζίν συγκατοικούσαν

τζι’ ούλλα μαζίν ετρέχασιν τζι’ ούλλα μαζίν βουρούσαν.

Βέγγο, γι’ αυτό σε είπανε οι πρώην μαθητές σου,

που έτρεχες συνέχεια, πάντα για τες δουλειές σου.

Έτρεχες στον διάδρομον, σε αίθουσες, σε τάξεις

τζι’ αν λέω τώρα ψέματα, τίποτα μεν μου τάξεις.

Τα πάντα επρολάβαινες, έγκαιρα τζιαι στην ώρα,

γι΄ αυτό εσύ μας έλειψες, εγιώ στο λέω τώρα.

Μακάρι να ‘χα μόνον δκυο Δροσούλες στο σχολείο

παρά δέκα καθηγητές που με ρωτούν να φύω.

Αειθαλής, ευκίνητη τζιαι ζωντανή τζι’ ωραία

όποτε συ μας πεθυμάς να ‘ρκεσαι για παρέα.

Σβελτάδα μα τζιαι όρεξη, είσιες πολλή, καμπόση

 τζι’ ελπίζω να μας άφηκες, καμιά μιάλη δόση.

Που το πρωί εν που ‘ρκεσουν τζι’ έφευκες τελευταία,

εργατική τζιαι συνεπής, τζιαι δυνατή, γενναία.

Τσεκούρι ήταν τα λόγια σου τζι’ ας πόναγαν λιγάκι

τζι’ αν τώρα λέω ψέματα, να μεν με λεν Χαράκη.

Κάποιοι σε παρεξήγησαν, που δεν καταλαβαίναν,

που δεν μπορούσανε με σε, μαζί να παραβγαίναν.

Τζι’ ευαισθησίες κάμποσες, κάποτε συγκινήσου

σαν σ’ έπιανε παράπονο, τώρα απομακρύσου.

Μαστόρισσα ήσουν καλή στα γράμματα, στα κέικ

μα ήρτε τώρα ο καιρός για ένα μεγάλο μπρέικ.

Πομούσουρα, παράπονα, πολλά εννά γλυτώσεις,

τες συνεδρίες, τες γιορτές, να πας να παραχώσεις.

Να ησυχάσεις γλήορα που τουν την φασαρία,

που ούλλα τα προβλήματα που ‘χουσιν τα σχολεία.

Αποτοξίνωση καλήν πρώτα εσού να κάμεις,

τζι’ όσα δεν πρόλαβες πιο πριν, τώρα να το προκάμεις.

Να ζήσεις, να γεράσεις, να δεις τζιαι τη ζωή σου,

να κάμνεις ό,τι θες, εσύ, με την παραδοχή σου.

 Να τρώεις τζιαι την σύνταξή, να φας τζιαι το εφάπαξ

να ζήσεις σαν βασίλισσα τζι’ ο σύζυγος σου άναξ.

Να πάεις τώρα στο καλό, να έχεις την ευτζιή μας

τζιαι ξέρε το εσύ καλά, θα ‘σαι στην προσευχή μας.

 
                                           

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ –ΔΙΣΤΙΧΑ Ή ΔΥΣΤΥΧΑ ΝΟ 15


Δύο Βου Δου μου λείπουνε εμέ που το σχολείο,
ήντα που θέλεις «Άρχων-τα» να σηκωθώ να φύω;
Στο φαξ δεν μου απάντησες τζιαι έμεινα μονάχος,
μόνος μου πια να μάχομαι...κυπραίος μονομάχος.
Στην θέση συ με έβαλες τζιαι ανακάτωσές με,
δώσε μου πίστωση ωρών αλλιώς εσκότωσές με.  

Τζιαι μιας τζιαι καθυστέρησα εγιώ, για να σου γράψω,
στην τούρτα σου εις το χωρκό τζιερκά εν να σ' ανάψω. 

 Γυρεύκετε με φίλοι μου την ώρα που τζιοιμούμαι
εν τζι' είμαι νυχτοπάππαρος ούτε απολογούμαι.
Να μπαίνετε νωρίτερα, για να σας ανταμώνω
τζι' όποτε τύχει τζιαι να μπω να σας αποστομώνω.
Τη Γιούλη, την Νικήτα μας τις συναντώ συχνάκις
τζιαι σκέψεις ανταλλάσσουμε, τα λάικς (likes) μας πολλάκις. 

Ανταπαντώ, Ανδρούλλα μου, στο γραμματόσημό σου
 τζιαι στων αρχαίων Σόλων μας τζιειν' το...μνημόσυνό σου. 

Καλήν-ι- μέρα να 'χετε, όπου τζιαι αν-ι- ζείτε
 τζιαι σήμερα που Τζιυρκατζιή, πολλές χαρές να βρείτε. 

 Εμείς στην Κύπρον έχουμε αργίαν την Δευτέρα,
που γίνηκεν το...κράτος...μας, τζι' οι Άγγλοι πήγαν...πέρα. 

Δροσιά αν είσαι θα σε πιω εσέ μες στο ποτήρι
ή ένας χυμός του σταφυλιού από ‘να πατητήρι.


Χαράλαμπο με βάφτισαν, Χαράκη με εγράψαν
τζιαι Χαμπου-Λίνος έγινα, Χάρη με εφωνάξαν
γι΄αυτό γιορτάζω αύριο τζιαι εν να σας κεράσω
με cyber-σχόλια εγιώ μαζί σας θα γιορτάσω.
 
 
Ολημερίς περίμενα τηλέφωνο να πάρεις,
γιατί το ξέρεις σήμερα πως είμαι ο γιορτάρης.
Χριστός Ανέστη σήμερα όλη η Κύπρος λέει
μα για τα Κατεχόμενα ένι η ψυσιή που κλαίει.
Ας έχουμεν εμείς ζωή που στην χαρά θα πλέει
τζιαι την ελπίδα βάλσαμο ολημερίς να ρέει. 

 
Ευχαριστώ παρά πολύ, γιορτάζουν τζιαι οι πρώην
τζι’ ας έφυες εσού νωρίς, το ξέρει τζι’ ο Σανγκόι.
 


 

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ –ΔΙΣΤΙΧΑ Ή ΔΥΣΤΥΧΑ ΝΟ 14

                       Αφού τον βκάλατε Γιαννή, να σιαίρεται, να ζήσει.
Στις τέχνες τζιαι στα γράμματα παππού να διαλύσει.
Τζιαι για να βκει τζιαι νούσιμος τζιαι όμορφος αντάμα,
σαν την Μαιρούλα την γιαγιάν, να πάτε για ‘να τάμα.

 
Οι ομορφκιές σου εν πολλές Μόρφου αγαπημένη
που δεν τις έχασες ποττέ τζι’ ας είσαι σκλαβωμένη.
Εμείνασιν μες στο μυαλόν, στον νουν μου σφηνωθήκαν,
για τριανταοχτώ χρόνια σκληρά, μόνο μου δεν μ’ αφήκαν. 
Το πράσινο το χρώμα σου τζι’ οι μυρωδκιές των δέντρων
 φτάννουσιν πάνω στα βουνά την μυρωδκιά των κέδρων. 
 

Εις τα Παρίσια βρίσκεστε που ’χει πολλή δροσούλα.
Έτσι εν να μπορέσετε, για να τα δείτε ούλλα.
 
Αφήκετε μόνο μου  στην θάλασσαν να πίνω
τζι’ αν δεν ήρτατε εσείς δεκάρα ποια δεν δίνω.
 
Ευ-Χαρης-τώ σε Στέλλα μου, τον Δήμαρχον τζιαι σένα,
για την τιμήν που κάνατε στην μάναν μου τζιαι μένα.  

 
Το ξέρω πως με έχασες όλο το καλοκαίρι,
λες τζιαι με πήρε ξαφνικά θαλασσινό αγέρι. 
 
Τηλέφωνο σε παίρνω τζιαι δεν μου απαντάς
εν να ‘σαι αγκρισμένος γι’ αυτό δεν μου μιλάς.
Μες στο μυαλό μου γύριζες συχνά το καλοκαίρι
δεν είμαι ‘γιω α-Χάρης-τος πολλύς κόσμος το ξέρει.
 
 
 
 
 
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2012

ΤΣΙΑΤΤΙΣΤΑ –ΔΙΣΤΙΧΑ Ή ΔΥΣΤΥΧΑ ΝΟ 13


Παππούλης εν που έγινες για δεύτερη φορά
να χαίρεστε τον εγγονόν σαν θα...κυκλοφορά. 

Πολλά συγχαρητήρια για την προαγωγή σου.
Χαίρεται ούλλος ο ντουνιάς τζι’ οι φίλοι οι δικοί σου. 

Συνέντευξη προαγωγής την Πέμπτην εγώ πάω
Συστατική επιστολή; Χρειάζομαι; Ρωτάω.
Το νούμερο κοστέσσερα μαζί με δύο άλλους.
Να πάω στην συνέντευξη ή μήπως για παγκάλους; 

Είσαι καλή τσιαττίστρια μπορείς τζιαι να με φτάσεις.
Φτάνει να είσαι συνεπής, εν να με ξεπεράσεις. 

Να δώσεις χαιρετίσματα σ’ αυτούς που εν κοντά σου
τζι’ αν θέλεις δώσε δκυο φιλιά σ’ αυτήν στ’ αριστερά σου. 

Να ευχηθούμεν χωρκανή, εσού να τα χιλιάσεις
 ή στη μικρή  πατρίδα μας  σύντομα να κοπιάσεις; 

Στον δρόμον με συνάντησες τζιαι έδωκες μπροστά μου
τζιαι δεν σου ’πα «χρόνια πολλά», αν έχω τον θεόν μου.
Χαρούμενα γενέθλια τζιαι ο θεός μαζί σου
τζι’ όσους οχτρούς βρίσκεις μπροστά, δώσ’  τους με το ραβδί σου. 

Ρώτησε την κοπέλα σου πόσες φορές επήρα,
εν να σου πει μα τον θεόν «Μα πίνει μόνον μπύρα»; 

Η συμβολή της Σκεύης σου ήταν πολύ μεγάλη
τζιαι τις κομμώσεις που ’κανε ζηλεύκουν τες τζι’ οι Γάλλοι. 

Το ξέρω σε κουράσαμεν τζιαι σ’ έχουμεν πεθάνει,
μαν να της πω την Κυριακήν με ρόδα να σε ράνει. 

Άριστε, μας ξεσήκωσες, μας έφερες στην πόλην
τζι’ ανάλαβες προσωπικά τζιαι την ευθύνην όλην.
Εβούρησες ποτζιεί ποδά τζιαι έτρεξες καμπόσο
τζι’ αν ήταν άλμα επί κοντώ, νομίζω θα ’ταν...τόσο. 

Τζιαι ψυχολόγος έγινες τζι’ ηθοποιός σπουδαία
τζι’ αν με ξεπέρασες εσύ, νιώθω εγώ ωραία.
Είναι χαρά του δάσκαλου, όταν τον ξεπερνούνε
τζι’ οι μαθητές του στην ζωήν, καλλίτερα περνούνε. 

Εις την αναμονή  είμαστε εδώ τζιαι  τόσην ώρα
τζι’ ακόμα των δεκάμισι δεν μπήκε ούτε τώρα.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΣΗ – ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΥΨΩΝΑ - 2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΑΝΙΩΝ,2012


ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ Η ΚΟΙΤΗ       (Μέρος Β΄)
(Χαιρετισμός του Δ/ντή Γυμνασίου Ύψωνα)

Στον κόσμο υπάρχουσιν νησιά, μιτσιά μα τζιαι μιάλα,
η Κρήτη η πιο ξεχωριστή που ‘ σιει τα ούλλα μάλα,
για τα μνημεία τα πολλά, τα όμορφα τοπία,
που ως τζιαι η ιστορία της μοιάζει με ουτοπία.
Ομόαιμα, ομόγλωσσα, αδέλφια μας στην Κρήτη,
σαν δίδυμα φατσάρουμε, μιας γυναικός η κοίτη.
Ήρταμεν, για να πάρουμε την λεβεντιά της Κρήτης
τζιαι την ζεστή την αγκαλιά που ’σιει ο Ψηλορείτης.
Να δούμε, να θαυμάσουμε τζιαι της Κνωσού τα μέρη,
να δούμεν που το σήμερα πόσο θα διαφέρει.
Το Ηράκλειο, το Ρέθυμνο τζι’ ούλλες οι άλλες πόλεις
δεν ξεπερνούσιν τα Χανιά, την αρκοντιά της πόλης.
Σπουδαίους άνδρες έσιετε, όπως ο Βενιζέλος,
που στους οχτρούς του κάρφωσε τζιειν το δικό του βέλος
τζιαι έμεινε αθάνατος, σπουδαίος κυβερνήτης
που δόξασε τα χώματα τα ιερά της Κρήτης.
Τζιαι Καζαντζάκη έσιετε, που τίμησε τον τόπο,
που έκατσεν τζιαι έγραψεν με τον δικό του τρόπο.
Τζιαι τι να πω για τα γνωστά, τον Ομαλόν, τ’ Αρκάδιν,
την τσικουδιά που έσιετε, το κρητικόν το λάδιν.
Αγώνες δώκετε πολλούς σε πόλεμο τζι’  ειρήνη
τζι’  ανθίσασιν στον τόπο σας της λεβεντιάς οι κρίνοι.
Ήρταμεν, για να πάρουμε δύναμην τζιαι αγάπη
τζι’  εμείς σας ορκιζούμαστε, βάλλουμε τζιαι ζιννάπι
πως θα σταθούμεν δυνατοί τζι’ εννά σας μιμηθούμε,
στην τουρκική την κατοχή πως θα αντισταθούμε,
ώσπου να κάνει ξαστεριά, ώσπου να βλεφαρίσει,
ώσπου τζιαι εις την Κύπρο μας η λευτεριά ν’  ανθίσει.
Αδέλφια μας, των Κρητικών καμάρι τζιαι στολίδι,
υποδοχή μας κάμνετε τζιαι συγκινούμαι ήδη.
Μαζίν ανταμωθήκαμε τζιαι σας ευκαριστούμε,
είθε να δώσει ο θεός να μεν ’ποχωριστούμε.
Να συνεχίσουμε μαζί, να προχωρούμ’ αντάμα
τζιαι με την Κύπρο λεύτερη ας κάμουμε το τάμα,
πως θεν να ρθείτε στο νησί μ’ αφτούμενες τες δάδες,
          τζι’ όπου θα βρίσκετ’ εκκλησιά , ν’ αφταίνετε λαμπάδες.                                 
 

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΗΣΗ – ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΥΨΩΝΑ - 2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΑΝΙΩΝ,2012




ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ Η ΚΟΙΤΗ  (Μέρος Α΄)
(Χαιρετισμός του Δ/ντή Γυμνασίου Ύψωνα)

Με μαντινάδες, τσιαττιστά εγιώ θα σιερετήσω

τζι’  όλους τους φίλους στα Χανιά, θα τους ευχαριστήσω.

Αδέλφια μας, ερχόμαστε που την ωραίαν Κύπρο

στην Κρήτην την πανέμορφην, της λεβεντιάς το φύτρο.

Χαιρόμαστε, μα τον Θεόν, που είμαστε μαζί σας,

που ήρταμεν στα ιερά, τα χώματα της γης σας.

Κοινές σκλαβκιές μας βρήκανε, κοινά τα βάσανά μας

κοινοί τζιαι οι αγώνες μας, κοινά τα αίματά μας.

Όμως σε σας οι Βενετοί τζιαι της Τουρκιάς οι λύκοι

τρομάξανε τζιαι φύγανε στων Κρητικών την νίκη.

Μα στο νησί μας το μικρό, τζιαι το βασανισμένο

πολλά χρόνια εμείνανε τζιαι το ’χουν σκλαβωμένο.

Μετά που το Βυζάντιο, μας πλάκωσαν οι Φράγκοι,

Λουζινιανοί τζι’ οι Βενετοί, μας είχαν την ανάγκη.

Χίλια δκιακόσια ενενήντα δκυό, δωδέκατος αιώνας

 τέσσερα τέρμινα σκλαβκιάς, λες τζι’ έγινε κανόνας. 

Τρακόσιους χρόνους ύστερα οι Τούρκοι μας κρατούσαν

στο Βερολίνον ήβραν τα, στους Άγγλους μας πουλούσαν.

Τζι’ ογδόντα χρόνια πέρασαν, για να λευτερωθούμεν

σαν άρκεψεν η ΕΟΚΑ μας, αγώναν να ενωθούμεν.

Τρία χρονάκια μοναχά βρεθήκαμε να ζούμε

τζιαι δεν αξιωθήκαμεν την λευτεριά να δούμε.

Ύστερα πραξικόπημα τζιαι εισβολή αντάμα

εφέρανε στην Κύπρο μας έναν τζιαινούρκο τραύμα.

Το  εβδομήντα τέσσερα  οι Τούρτζιοι μας κτυπήσαν

βαθιά μας ετραυμάτησαν τζιαι μας εκατακτήσαν.

Χρόνια τριανταοχτώ  κρατούν σπίτια τζιαι εκκλησίες,

στον ΟΗΕ γυρίζουμε, κάμνουμε λιτανείες.

Στην Ένωση εμπήκαμε της γηραιάς Ευρώπης

το δκυοχιλιάδες τέσσερα, μα «τοις ’αδίκοις κόποις».

Βοήθεια γυρεύκουμε, για να βρεθεί μια λύση,

πάθη τζιαι μίση γρήγορα να ’ρτει να διαλύσει.

Ειρήνη να ’ρτει στο νησί που να μας το ενώσει,

μια πιο καλή προοπτική να ’ρτει να μας προσδώσει.

Αυτή είναι της Κύπρου μας η δύσκολη πορεία

τζιαι η δική σας αγκαλιά, γλυτζιά παρηγορία.